Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΒΑΡΑΣΟΒΑΣ

Auguste rodin  ( 1840 – 1917 )

                  


Σκληρό βουνό τι σκέφτεσαι που είν’ ο λογισμός σου
τη λίμνη ερωτεύτηκες κορμί της μου ποθείς
ο έρωτας σε μάτωσε σαν άκουσα σφυγμό σου
γιαυτό και δεν μιλείς


τα στιβαρά τα χέρια σου με προσοχή να σφίξουν
η λίμνη είναι άνθος σου δεν κάνει για φιλί
ο κίνδυνος καραδοκεί τα κόκαλα μη τρίξουν
και πνίξουν την αυγή


στάσου εκεί που έζησες η φύση έχει γνώση
είσαι ο φύλακας που ζει γεράκι που πετά
αντίζηλο το χέρι σου με μία θα σκοτώσει
αν κάνει ζαβολιά


ο έρωτας της λίμνης σου εικόνα μεταλλάσει
δεν έχει σάρκα και οστά ιδέα σε κερνά
κράτα το δώρο της αυτό κι σχέση δεν θα χάσει
γραφή πλατωνικά


τη σκέψη σου τη μάντεψε και τον καημό σου ξέρει
     έχει τον τρόπο στα κρυφά να στέλνει τα φιλιά
με κύματα το πόθο της κοντά σου θε να φέρει
σαν δώρο στα κρυφά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Φύσα θερμά Βαράσοβα...


Φύσα θερμά Βαράσοβα το άγαλμα ζαρώσει
μπροστά σου και το μάρμαρο σου γίνεται πανί
τιτάνια η δύναμη μπορεί να τσαλακώσει
ετούτο το κορμί


χωρίς καλέμι μάστορας το έργο σου βιτρίνα
αρχαίο κάλλος γίνεται η τέχνη σου πιστή
κι ο θαυμασμός σου διεθνής προάγγελος σειρήνα
στον κόσμο ακουστεί


μη μου θυμώνεις μάτια μου κράτα την αρμονία
ότι φυσάς με προσοχή σαν μάστορας εσύ
αναλογία τέλεια το τέλος συμφωνία
ανθρώπινη μορφή


το έργο σου αγέραστο κρατά τόσους αιώνες
το εργαστήρι έφτιαξε το τέλειο κορμί
λιθάρι είν’η σάρκα του τα κόκαλα κοτρώνες
μα δίχως κεφαλή


έλα και πες μας πως μπορείς ποιο είν’ το μυστικό σου
που σπούδασες το τέλειο ποια είν’ η συνταγή
εκστατικός ο θεατής μπροστά στο μαγικό σου
που χάνει τη φωνή


και που φυσάς με δύναμη σου δείχνει να πετάξει
φτερά που έφτιαξες εσύ γεράκι θα γενεί
την ευκαιρία προσπαθεί με κόπο για ν’ αρπάξει
να φθάσει κορυφή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΛΑΘΟΣ


Ζηλιάρα θάλασσα εσύ στο τέλος θα με πνίξεις
σκαρί μικρό εγώ παλεύω στ’ ανοιχτά
με μια ματιά που έριξες αλήθεια θα με ρίξεις
στα βράχια τα σκληρά

κρατάς τιμόνι και πανιά κρατάς και την πυξίδα
πλεούμενο στον άνεμο φυσάς καταστροφή
σημάδια στον ορίζοντα στο χάρτη μου τα είδα
και συ μια ταραχή

το στίγμα μου το λάθεψες δεν μέτρησες με σκέψη
νερόπουλο της θάλασσας η πρώτη μου φορά
μαΐστρος σαν εφύσηξε κατάλαβα θα βρέξει
το λάθος δεν μετρά

ζωγράφος που ζωγράφισε τη θάλασσα να κλαίει
την έκαμε περίεργη να φαίνεται τρελή
και το σκαρί ανάποδα στο βάθος του να πλέει
με μαύρο το πανί

μια φαλαρίδα πέταξε κυκλάκια στη γαλήνη
ψάρια πουλιά ετρόμαξαν αντάρα την αυγή
Βαράσοβα εβρόντηξε σινιάλο προς την λίμνη
ο κρότος σαν γραφή

μα το σκαρί δεν γύρισε σαν άλλαξε πορεία
το μήνυμα που έγραψε ίσως ποτέ βρεθεί
κι αν διαβαστεί στη μοναξιά δεν θα 'χει σημασία
αφού θάχει χαθεί

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ



Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ



Άγαλμα στέκει το παλιό κάτι να μας θυμίζει
παράξενο το σήμερα τα πάντα παλαβά
ο νους μου στέκει στα παλιά εμέ να βασανίζει
εικόνα που μεθά

το σήμερα παράξενο τρέχει χωρίς ουσία
μετράς το χρόνο παλαβά δεν βρίσκεις νοστιμιά
μέχρι να γεννηθείς εσύ είσαι σχεδόν Κυρία
αχ χρόνια μας παλιά

αλάνες μόνο στα χαρτιά παιχνίδι φαντασία
ένα computer στα χαζά ο χρόνος στο μηδέν
συναίσθημα εχάθηκε σκέψη δίχως ουσία
και συ πάντα στο δεν

δεν έχεις φίλους που πονούν δεν έχεις μια πορεία
δεν βρίσκεις την πανσέληνο ρομάντζα στα κρυφά
ζητάς τα χρόνια τα παλιά και συ μια αδικία
δυο βήματα τυφλά

ακούς μουγκά δεν απαντάς τ’ αυτιά σου καλυμμένα
στα χέρια σου μια μουσική ακούς εσύ ηλεκτρικά  
γράφεις με πλήκτρα τη γραφή τα γράμματα χαμένα
πληρώνεις ακριβά

σπίτια ψηλά δίχως μιλιά ο ουρανός κεραία
χωρίς σκαλιά με ασανσέρ ταράτσες δίχως ρούχα
μπαλκόνι που ορφάνεψε σαν έχασε σημαία
υπόγειο με μούχλα

δύο φωτάκια συναντάς άλλος σε διατάζει
περνάς το δρόμο στα τυφλά εκεί ο τροχονόμος
τόσο το πλήθος σου μπροστά και συ να κάνεις χάζι
μα είναι νόμος

κι αν παραβείς το νόμο συ πληρώνεις τη βλακεία
σαν έκαμες παράβαση τα πάντα με σειρά
το σύγχρονο εξέλιξη μα δίχως μια ουσία
καλύτερα παλιά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
 











Κυριακή 10 Μαΐου 2015

ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ



                         

                
Ομοίωμα ανθρώπινο με άχυρα φτιαγμένο
φιγούρα ψεύτικη θαρρώ μονάχο σε αγρό
το κάρφωσαν ακίνητο και μοιάζει σταυρωμένο
να διώχνει το κακό


καπέλο από ύφασμα σακάκι το βελούδο
μακρύ μαλλί το άχυρο μια πόζα γελαστή
μα στην ουσία ψεύτικο ακίνητο και ντούρο
κορμί στην εξοχή


στέκει μονάχο δεν μιλά μα νιώθει τον αέρα
χαρίζει χάδια ψεύτικα σε όλα τα πουλιά
παίζει παιχνίδια το πρωί κουρνιάζει την εσπέρα
σε κάμπου αγκαλιά


είναι δραγάτης ψεύτικος να διώχνει τα κοτσύφια
μα κάνει όμως ζαβολιές γελά και στα πουλιά
κι αν χρειαστεί καμιά φορά χαρίζει και βοήθεια
δεν κάνει για δουλειά


σκιάχτρο εσύ με όνομα ταυτότητα ψηφίζεις
το κόμμα σου αγροτικό διαβάζεις εποχές
σπέρνεις ποτίζεις φυλλωσιές κι αν λάχει και θερίζεις
το χρόνο τρείς φορές


με όνομα σε βάφτισα επίθετο ΄΄τρομάρα ΄΄
τρομάζεις ζώα και πουλιά τα βράδια μοναξιές
μα η αξία σου θα πει μονάχα μια δεκάρα
κι ας έχεις ομορφιές


η φορεσιά σου σχίστηκε τα ρούχα σου κονταίνουν
το μπόι σου μεγάλωσε ζητάς μια αλλαγή
μα δυστυχώς τα ψεύτικα κι αυτά καλέ πεθαίνουν
αλλάζουνε μορφή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

ΤΟ ΚΑΤΩΙ



clip_image002[3]

                   
Πόρτα κλειστή δυό δρασκελιές δυο σκαλιά μονάχα
σκουριά στο πόμολο κρατά κλειστή από καιρό
φυλά καλά τα μυστικά στα χρόνια της μα τάχα
κρυφό το μυστικό

να την ανοίξω σκέφτομαι εικόνες πονεμένες
θαμμένα λόγια που πονούν αδιάβαστα γραπτά
μούχλα σκοτάδι μυρουδιές ημέρες ξεχασμένες
αράχνες σκοτεινιά

στέκω μπροστά εκστατικός φεγγάρια θολωμένα
σπίτι παλιό μα γνώριμο στεφάνι μου ξερό
λόγια που έμειναν γνωστά μες στο μυαλό χωμένα
αντίο στο καλό

μα τα παιχνίδια της ζωής δεν έχουν ούτε τέλος
επιστροφή στο πουθενά ξανά απ’ την αρχή
δόλια καρδιά ματώθηκες με νοσταλγίας βέλος
και τώρα μια πληγή

στο χέρι έχω το κλειδί να ξεκλειδώσω θέλω
χτύποι καρδιάς θολώνουνε αντίστροφα μετρούν
θα το πληρώσω ακριβά το άνοιγμα το ξέρω
εικόνες που πονούν

η νοσταλγία μ’έφερε θυσία το κορμί μου
ένα κατώι ο βωμός σωστός και ο χρησμός
ένα ταξίδι πλήρωσε με πόνο η ψυχή μου
σκληρός ο ερχομός

σοκάκι ακατοίκητο κατώι ξεχασμένο
μια σιωπή εσφράγισε τα χρόνια με δεσμά
ρεύμα κλειστό εσκούριασες ρολόι χαλασμένο
παράθυρα κλειστά

δεν ξεκλειδώνω έφυγα μια κελεμπία λήθη
οι αντοχές μου δείλιασαν σαν στάθηκα εμπρός
τον εαυτόν μου βάφτισα αιώνιο κουτορνίθι
και γω ένας δειλός

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ο ΣΠΙΝΟΣ



Του σπίνου τώρα η λαλιά μια φωνή λαλήσει
καινούριο το φτερούγισμα τον έρωτα ζητά
μια φλόγα όπου άναψε νέα φωλιά φωτίσει
την άνοιξη μεθά

σπίνε μικρέ που κελαηδάς σ’ένα κλαδί μονάχος
η μουσική σου όνειρο γοργόφτερο πτηνό
μέσα στον κάμπο θέλησες να είσαι μονομάχος
το σκέρτσο ακριβό

ο μονομάχος μάθε το κερδίζει ή και χάνει
γι’αυτό καλέ για πρόσεξε οι νότες σου γλυκές
μες στο μποστάνι που γυρνάς αντίπαλός σου φτάνει
στο τέλος να μη κλαις

είσαι ωραίος μάθε το – το μάτι σου μιλάει
μες στην αρένα της ζωής θα κλάψεις θα χαρείς
η εποχή δεν σταματά συνέχεια κυλάει
τα χρώματα φορείς

σπίνε μικρέ η νύφη σου βλαστάρι που ανθίζει
στη φαντασία σου γλυκιά οι νότες σου κοφτές
λόγια του κάμπου τρυφερά δυο βήματα χωρίζει
του γάμου αγκαλιές

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ