Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ




                   


Δύο ζωές παράλληλες δυο αντιθέσεις σάρκας
χωρίς μιλιά μια σκιά αντίλογος κενός
μια συντροφιά απέμεινε σε τούτη δω τη τσάρκα
χορός είναι συρτός


τα γηρατειά ανήμπορα η ανηφόρα ζόρι
ο ίσκιος έχει μια μορφή ανθρώπου παλαβή
πότε πλαταίνει στο λεπτό το μαύρο πανωφόρι
και πότε δεν φορεί


γύρνα να δεις τον ίσκιος σου πιστή η συντροφιά σου
χωρίς φτερά το πέταγμα κάθε φορά κοντά
αντίλαλος ανάσα σου σκιά στη μοναξιά σου
σχεδόν μια αγκαλιά


όσες φορές προσπάθησες το χέρι της να πιάσεις
πάντα πιο πέρα πήγαινε δεν ήθελε φιλιά
μια κίνηση που έλεγε τον έρωτα ξεχάσεις
είμαι καλέ γριά


μα η ζωή σαν γέρασε σε τοίχο την διαβάζεις
ίσκιος δικός σου γίνεται μια σκέψη που πονά
τα δυνατά σου βάλε τα την ανηφόρα βγάζεις
αγάντα στα στερνά


κύκλος ετούτος της ζωής το λέει και το σχήμα
μία καμπούρα στο κορμί παράξενη σκιά
σκιάχτρο στον τοίχο θα φανεί στο κάθε της το βήμα
σκιά όπου μιλά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΑ ΠΙΣΩ




        
Έρημος δρόμος μοναξιά μια φτώχια που βαραίνει
διαβάτες τοίχοι αδειανοί παράθυρα κλειστά
πλακόστρωτο με νόημα δεν ξέρεις που πηγαίνει
μια βόλτα στα παλιά


με συντροφιά τη σκέψη σου και οδηγό τις μνήμες
γυρίζεις πίσω στα παλιά το δάκρυ σου βαρύ
χωρίς ζωή και γέρικες ετούτες οι βιτρίνες
σοκάκι μου εσύ


ανατριχίλας βάδισμα ακράτητο μεθύσι
στη μοναξιά το κέρασμα στοιχίζει ακριβά
τοπίο που νοστάλγησες ο πίνακας μια φύση
καρδιά σου πως χτυπά


θέλεις δεν θέλεις να περνάς θέλεις γυρίσεις πίσω
μα διάλεξες τον ερχομό δική σου η μορφή
και μη μου λες ψιθυριστά καλύτερα να βρίσω
γι’ αυτή την εκλογή


πληρώνεις φίλε τη ζωή πληρώνεις κάθε μέρα
πότε χαρά πότε ζημιά χτυπάει η καρδιά
είσαι σκιά στη μοναξιά με φόβο την εσπέρα
δυο βήματα τυφλά


στην ερημιά σου πρόσεχε ο φίλος εαυτός σου
αέρας η ανάσα σου βοήθεια πουθενά
σωστή τη σκέψη κάμε την αν θες για το καλό σου
οπλίσου συνετά


και το στενό που περπατάς αθώο μονοπάτι
έχει πολλά για να σου πει θυμίζοντας παλιά
μπορεί να μοιάσει άσχημο χωρίς σομιέ κρεβάτι
και να πληρώσεις ακριβά


μα θα μου πεις μια πληρωμή αξίζει όσα – όσα
μια βόλτα πίσω στα παλιά ο νους σου σε μεθά
η βόλτα τούτη σ’έκανε να χάσεις χίλια γράσα
χαλάλι τα χρυσά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

ΤΑ ΔΥΟ ΣΟΥ ΧΕΡΙΑ




              

Τα δυο σου χέρια γέρασαν φλέβες και ζάρες τώρα
σκέψεις και ώρες εργατιάς μια κούραση μιλεί
να τα φιλήσω προσπαθώ εδώ και τόση ώρα
με σέβας το φιλί

γέρος γριά ίδια μορφή φεγγάρια στομωμένα
αν τα ρωτήσεις θα σου πουν με γράμματα σοφά
ανύπαρκτα τα κείμενα και όμως είν’ γραμμένα
σ’ αγράμματα μυαλά

ώρες πικρές ώρες γλυκές καντήλια αναμμένα
σε εξωκκλήσια του βουνού ελπίδες που ζητούν
δυο ζάρες εμαρτύρησαν τα βάσανα κρυμμένα
τα χρόνια μαρτυρούν

ζέστη και κρύο σε βουνά σε κάμπους σε χωράφια
μια προσευχή δίχως μιλιά ο κάματος βαρύς
η μοίρα γράφει δυστυχώς μια θέση εις το ράφια
εκεί θε να τα βρεις

χέρια σε γέρικα κορμιά ευλαβικά χαιρέτα
ανήμπορα καμιά φορά ζητάνε ζεστασιά
αν θέλεις στάσου δυο λεπτά μ’ αγάπη χάιδευε τα
η πράξη σου μετρά

όμως τα χέρια δεν μιλούν με ήχο με κουβέντα
μιλάνε όμως με καημούς σαν είναι σταυρωτά  
χρυσή κλωστή στα γηρατειά βραβεία συ για κέντα
παράσημα χρυσά

κι αν έχουν ζάρες που μιλούν και φλέβες φουσκωμένες
κι αν έχουν και μια δύναμη που φαίνεται μικρή
στέκουν σε θέσεις που τιμούν καθόλου ξεχασμένες
δυο φάροι ζωντανοί   

και κει που είναι τώρα αυτά μπορεί και συ να φθάσεις
και να ζητάς ότι ζητούν χωρίς να’ χεις μιλιά
σκέψου το σήμερα αν θες για αυτό μη προσπεράσεις
ποτέ τα γηρατειά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

ΚΑΝΤΑΔΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ



Ρηχά νερά μια σιγαλιά κιθάρα μες στη νύχτα
μία γαϊτα βούλιαξε με νότες ομορφιάς
και συ που μόνος περπατάς τα βάσανά σου ρίχτα
να μη τα κουβαλάς

πουλιά της λίμνης πέταξαν αλλόκοτα χορεύουν
λόγια γλυκά που γλύκαναν τη γεύση τ ‘αλατιού
καντάδα γλώσσα της καρδιάς αισθήματα μπερδεύουν
σε σκέψεις του μυαλού

νότες γραφής θαλασσινές με βούρκο τυλιγμένες
μια μουσική απλώθηκε αρχόντισσα κυρά
άσπρες κουκίδες αλατιού σε σάλτσινο γραμμένες
διαβάζουν μυστικά

σιγούν κανόνια ντουφεκιές τα δάκρυα γελάνε
στη λίμνη παρατράγουδα ξαφνιάζουν δεν ρωτούν
δυο σύννεφα περάσανε αλήθεια για πού πάνε
ποτέ δεν θα σου πουν

ίσκιος τη νύχτα χάθηκε ο ήχος παίρνει φόρα
σκαμπανεβάσματα φωνής ταξίδι μες στο νου
καντάδα που ηρέμησες δεν είσαι παρά μπόρα
εικόνα του μυαλού

τραγούδι που ταξίδεψε σε τούτη δω τη λίμνη
προσκυνητής μες στο νερό σε πόλη ιερή
κατάθεση παραδοχής ανδρειωμένων μνήμη
καντάδα μου φτωχή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
















ΑΡΜΥΡΟ ΣΤΕΦΑΝΙ


Χρυσό στεφάνι στα μαλλιά ο ήλιος το χρυσίζει
κόρη εσύ το χάδι σου πανάκριβο πιοτό
πεντάμορφη ζωή εσύ
αλήθεια που το δίνεις
το δώρο σου αυτό.

Καμιά φορά αλόγιστα καμώματα μου κάνεις
το μετανιώνεις στη στιγμή αέρας στα πανιά
λουλούδι συ της ομορφιάς
αράχνη σου με πιάνει
κοντά σου μαρτυρώ.

Αγάπη επλημμύρησε η θάλασσα κι ο μόλος
και ο γιαλός εδρόσισε κατώφλι του σπιτιού
εκεί εσύ εδιάλεξες
σωστό αραξοβόλι
σε άβαθο νερό.

Λόγια νερού θαλασσινά με ήρεμο το κύμα
μαΐστρος είν’τα λόγια σου τα χάδια σου φιλιά
σαν του ψαριού το λέπι σου
αστράφτεις μες στο κύμα
λευκά έχεις πανιά

Τα μάτια σου ολόλαμπρα φεγγάρια μες στη νύχτα
με χρώμα απ’ τα κύματα γαλάζια η ματιά
γυαλάδα τόση ομορφιά τα βάσανα σου πνίχτα
στην ήρεμη μπασιά

Κι ο νους μου καλοτάξιδος επάνω στ’ ακρογιάλι
φτερό του γλάρου που πετά
ταξίδι στο γιαλό
μια σκέψη τώρα που βουτά με πνίγει
με σκοτώνει σε χρόνια μου
παλιά

Και συ γαϊτα που κοιτάς βουβή αφέντρα μένεις
τα όνειρα θαλασσινά
ρομάντζες μια φορά
αν με ρωτάς σου απαντώ αυτό που τώρα θέλεις
δυο χάδια στα ρηχά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ


Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

ΜΙΑ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ ΤΑΥΡΟΜΑΧΟΣ



Τρελό φυτό που γέμισες με αίμα την αρένα
τον ταύρο που εσκότωσες μια ψεύτρα είσ’ εσύ
το κόκκινο το χρώμα σου χρωμάτισε σαν αίμα
και πόζαρες τρανή  

ο ταύρος δεν σκοτώνεται με κόκκινο σου χρώμα
μπορεί ο κάμπος κόκκινος να μοιάζει με πανί
παιχνίδι που φαντάστηκες μες στου αγρού το χώμα
τρελή μου παλαβή

το χρώμα σου παρέσυρε τη σκέψη σου για δράση
και φύτρωσες στο γήπεδο σαν κόκκινο πανί
νομίζοντας ο ταύρος σου πως έχει πια δειλιάσει
ολέ μία φωνή

τρελό λουλούδι κόκκινο το χρώμα σου πληγώνει
ζητάς το ταίρι στα τυφλά μιλάς Ισπανικά
γύρνα στον κάμπο να χαρείς μη κάνεις το παγόνι
παιχνίδι στα τυφλά

μια Ελληνίδα κόκκινη του κάμπου συ καμάρι
φυτρώνεις μόνη στους αγρούς γλυκιά μου καλλονή
κι αν θέλεις ταύρο βρες τον να που ζει μες στο χορτάρι
μια άνοιξη εσύ

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ


  











Η ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ





          
Ένα στεφάνι έπλεξα ο έρωτας φωλιάσει
λουλούδια που ανθίσανε ο κάμπος ζωγραφιά
κι ο καλλιτέχνης μέθυσε που έτρεξε να φθάσει
να γράψει δυο γραπτά


σε άνθος που ξεχάστηκε για τούτο θε να γράψω
μικρή καρδιά αδύναμη το είναι του βουβό
μια παπαρούνα κόκκινη τη ρίζα της θα ψάξω
να βρω το μυστικό


σε βράχο πως εφύτρωσες τρελή μου παπαρούνα
ποια τραμουντάνα φύσηξε και σ’ έσπρωξε εδώ
μήπως μου φόρτωσες εσύ τα βάσανα σε σκούνα
και είπες στο καλό


δυο αντιθέσεις χρώματος περίεργα φωλιάζουν
γκρίζος ο κάμπος στο χαρτί παντρεύει τον ανθό
στοιχεία ασυνήθιστα στον πίνακα τρομάζουν
τη λύση δεν θα βρω


μια παπαρούνα κόκκινη στου βράχου τη σχισμάδα
σκαρφάλωσε περίεργα τρελή μου ζωγραφιά
την άνοιξη τραγούδησε Μαγιάτικη καντάδα
γλυκιά εσύ ρουφιά


μου μπάταρες ζερβά εσύ σαν σκέρτσο η φιγούρα
είναι ο πόνος σου βαρύς για πες μου που πονάς
κι τραμουντάνα σαν φυσά γυρίζεις σαν τη σβούρα
τον κάμπο χαιρετάς


κάνεις το βράχο φίλο σου κι αυτός σου ψιθυρίζει
δυο λόγια μόνο στα κρυφά τρελή πρωτομαγιά
παράτησες τον κάμπο σου το βράχο κοκκινίζεις
με κόκκινη μπογιά


κόκκινο χρώμα ο ανθός αιμάτωσε σαν ψέμα
εμπέρδεψε τη ζωγραφιά γλυκιά πρωτομαγιά
και το φλουρί που έριξες στη λίμνη σου σαν κέρμα
να ξέρεις σ’ αγαπά


κάνω να φύγω σταματώ δυο βήματα πιο πέρα
θα ζωγραφίσω τον ανθό πρωτότυπο αυτό
της φύσης έργο σπάνιο σαν φύτρωσε σε ξέρα
ετούτο το φυτό


και γω μικρός σαν θαυμαστής μπροστά σου μαρμαρώνω
χάνω τα λόγια δεν μπορώ να πω το σ’αγαπώ
σαν καλλιτέχνης βρέθηκα με σκέψη που πληρώνω
το θέμα ακριβό

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ