Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Δια χειρός Μίμη Χ. Γεωργόπουλου




ΔΥΟ ΣΤΑΛΕΣ ΒΡΟΧΗΣ



Δυό στάλες κύλησαν δροσιάς
στο μάγουλο σαν δάκρυ
νύχτα θαμπή λίγο το φως
το όνειρο γλυκό
άβουλα βήματα τυφλά
διαβάτης υπνοβάτης
παράθυρο κοιτά

δυό γρίλιες μένουν ανοιχτές
σινιάλο που προδίδει
τον έρωτα που κρύβεται
σε κάποια γειτονιά
βροχή εσύ μια συντροφιά
η στάλα σου φοβίζει
μα ξέρει τι ζητά

κλείσε τι γρίλια μάτια μου
τον ίσκιο σου να ζήσει
και στη βροχή που στέκοται
αλήτης του καιρού
δώσε σημάδι να διαβεί
πλατύσκαλο πατήσει
με όνειρο του νου

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ







ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ



Φεύγει μονάχος μπερδεύει τη σκέψη
τα φώτα που σβήνουν σημάδι κακό
δυό άνθη πεθαίνουν ο χάρος θα κλέψει
κι αυτός στο στενό

ώρες καρτέρι εκείνη δεν εφάνη
ο χρόνος χτυπούσε στο νου σαν σφυρί
αλήθεια κρυμμένη σχεδόν να μη φτάνει
στη σκέψη που θέλει να ‘ρθει να τη δει

λουλούδια πονάνε λυγάνε ξαπλώνουν
ελπίδα που σβήνει σκοτάδι πυκνό
αγάπες και όρκοι που τώρα τελειώνουν
τυφλό σ’ αγαπώ

στην άκρη θα μένουν αέρας φυσήξει
σημάδι πως κείνη αλλού θα περνά
σκηνή για ζωγράφο νεκρά πια η φύση
θολή κι ματιά

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ




Δια χειρός Μίμη Χ. Γεωργόπουλου



Δημιουργίες του κ. Μίμη Χ. Γεωργόπουλου







ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΙΚΡΟΥΛΗΣ



Όταν ήμουν μικρούλης ασημένιες εικόνες
παραμύθια βιβλία του παππούλη φωνή
οι μικρούλες οι ώρες να μετράνε αιώνες
 ένα σώμα κρυμμένο να ζητά θαλπωρή

όταν ήμουν μικρούλης τα τριγύρω μεγάλα
φαντασία καλπάζει ένας ίσκιος μορφή
το ποτό ένα χρώμα ο μεζές μόνο γάλα
η μητέρα μπαλώνει μια σχισμή με ραφή

παντελόνι σχισμένο τα παπούτσια με τρύπα
κουρεμένο κεφάλι να θυμίζει γουλί
μια τραγιάσκα μεγάλη τη φορούσα που βρήκα
γκαρνταρόμπα ανάγκης εποχή κατοχή

τα θυμάμαι με δέος σεβασμός στη ζωή μου
ομορφιές περασμένες θυμιατήρια σβηστά
φουντωμένα χορτάρια κατοικούν στην αυλή μου
ένα δάκρυ σαν βλέπω θα ξανάρθω ξανά

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ


Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

ΘΑΛΑΣΣΑ ΗΡΕΜΗ ( μετά την καταιγίδα )



Τρελή που χόρεψες χορό φιγούρες με το κύμα
σύννεφα μαύρα βροχερά σου στόλισαν το νου
μαλλιά σου ξέπλεκα μορφή της φύσης ένα θύμα
και συ να είσ’ αλλού

χορός ετούτος ξέφρενος τον χόρεψες με πάθος
σε έκσταση στη πίστα σου να κάνεις πως πονάς
μα στο δικό σου ναι το στιλ εγράφτηκε σαν λάθος
αφού χαρά κερνάς

τι σου συνέβη κι άλλαξες απότομα πορεία
ξένος διαβάτης πέρασε σου πρόσβαλε το νου
στο ήθος σου μαυρίλα του και συ πάντα κυρία
κερί κάποιου θεού

και τώρα συ πιο ήρεμη στολίδι που δεν χάνει
αξία πάντα που κρατά το κέρδος θησαυρός
σιγά – σιγά το κάλος σου στο θεατή να φτάνει
σαν ήρεμος αφρός

ΜΙΜΗΣ  ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ