Κυριακή 14 Απριλίου 2019

ΩΡΕΣ ΩΡΕΣ



στο μυαλό μου κάτι σκέψεις
τα γλυκά σου ναι τα μάτια
μου θυμίζουν εικόνες
των ονείρων τα παλάτια
ώρες – ώρες είν’ μπροστά μου
να νομίζω πως σε πιάνω
μα σε χάνω ω! τι κρίμα
της γαλήνης το ναι κύμα
να δροσίζει και την άμμο
σ’ άλλη γλώσσα ναι ti amo

ώρες – ώρες σου το στέλνω απλωμένο μου το χέρι
ταχυδρόμος ο δικός μου με μορφή περιστεριού
ένα γράμμα είν’ κλεισμένο μ’ένα δάκρυ ναι βρεγμένο
τι διαβάζει μα το ξέρεις στεναγμός ενός καημού
στείλε σήμα με κεραία μη μου κλείνεις την αυλαία

σαγαπώ να μη στο γράφω μου ζητάς πάντα με πείσμα
το δικό σου ναι το πρίσμα μου φαλτσάρει δυστυχώς
ώρες  ώρες με τρελαίνεις καπ’ αλλού  πάντα πηγαίνεις
ο χρησμός πάλι φαλτσάρει άστο αέρας να το πάρει
πάλι μόνος να ρεμβάζω με τη λήθη να τα βάζω
ρε ζωή είσαι μπαμπέσα
ε για μόλα ε για λέσα

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ


















Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

ΑΝΑ ΠΟΤΟ




Ένα ποτό για αυτή θα πιω
έρωτας κείνη δεν ξεχνώ
μες στου μυαλού τη δύνη
μια κούπα έχω συντροφιά
αγάπης κείνα τα γραπτά
μια θύμηση με πνίγει

και γω πρωί στο καπηλειό
μπονόρα μόνος θα τα πιω
με ζάλη σκοτοδίνη

μορφή εκείνη μες στο νου
σκαρί γλυκό παντός καιρού
τη θάλασσα οργώνει

και γω σαν γέρος ναυτικός
στην άκρη κει αλκοολικός
παρηγοριά μου το ποτό
μια σκέψη με πληγώνει

μα το ποτό δεν βοηθά
κάποιο νταλκά ξεχάσω
έτσι και γω θα περπατώ
μες στα καντούνια να ξεχνώ
στο τέλος ναι θα χάσω

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ







ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ



Τρία τραπέζια ρολόι του τοίχου
ποτήρια στο ράφι μποτίλιες με ούζα
σανίδες που τρίζουν καρέκλες με ψάθα

γκαρσόνι ο ίδιος τραγιάσκα φοράει
ποδιά του στη μέση πελάτης θα πέσει
τρεκλίζει ζαλίζει το ούζο τον κάνει
να λέει δεν φτάνει ακόμα ρε βάλε

θέλει ξεχάσει σε τούτη τη φάση
που είναι στο ράφι
ξεχασμένο βιβλίο
στης ζωής το φορείο
να τα πίνει μονάχος
εκείνος ο βράχος

μοναξιά καφενείο γειτονιάς το σημείο
κοινωνία ανθρώπων
ιστορίες προσώπων
γειτονιάς καφενείο μαθητές σε σχολείο
τα τραπέζια θρανία η γκαρσόνα κυρία

ο μεζές ξεροσφύρι το ποτό πανηγύρι  
το παλιό το τραγούδι μαραμένο λουλούδι
στεναγμοί οι ρουφιές
μια δραχμή ο καφές

μία γόπα τσιγάρο η ανάσα φουγάρο
το κατάστημα κλείνει κι ο μπεκρής να μη πίνει
τα μαζεύει και φεύγει ζαλισμένος χαμένος
να ξεχνά για πού πα

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
    

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

ΧΑΡΙΖΩ ΤΗ ΣΚΕΨΗ



Χαρίζω τη σκέψη κρυφά σου μιλάω
διάφανο χρώμα διαβάζεις πνοή
ο έρωτας φίλος  κοντά σου γυρνάω
και συ σιωπή

τραγούδι σου γράφω τα μάτια σου κάτω
κοιτάς αποφεύγεις το ξέρω δεν φεύγεις
τα χρόνια μας δένουν χοντρές αλυσίδες
όλα τα είδες
σφυρί και αμόνι άλλοτε μόνη
και γω σ’αγαπώ   

παιχνίδια ζωής μας μουγκή η φωνή μας
ο χρόνος μετράει κρυφά μα κυλάει
κι ο σπόρος βλαστάνει ψηλό το πλατάνι
σκιά του θωριά του και μεις από κάτω
μα όχι μαζί

το ξέρω το ξέρεις κρυμμένο γραμμένο
θα μένει στο ράφι ποτέ ξεχασμένο
βιβλίο κουκίδες ακόμα δεν είδες
τι έχω να δώσω σε σένα που βλέπεις
λευκά τα γραπτά

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΑΙ ΓΩ ΤΑΞΙΔΕΥΩ


Και γω ταξιδεύω στα λόγια εκείνα
δυό φούχτες εικόνες κρατώ μυστικά
το ξέρω ζηλεύεις τα άσπρα μου κρίνα
λευκά μου μαλλιά

σκυμμένο κεφάλι στα δυό μου τα χέρια
τα μάτια κλεισμένα κι ο νους να πονά
στο δέντρο επάνω πουλιά περιστέρια
να χτίζουν φωλιά

ο χρόνος γυρίζει στα πίσω μετράει
ζωή περασμένη δεν θέλει ξεχνά
με κέφι κερνάει αυτά που ξεχνάει
μα πάντα συχνά

και γω ταξιδεύω φτερά του ανέμου
σε ύψη μεγάλα κρυμμένος βαθιά
ακούω φωνή σου που είσαι καλέ μου
ζητώ συντροφιά

της στέλνω σημάδι αχτίδας το χάδι
ξαφνιάζω κορμί της και γω σαν κομήτης
φωτίζω ματιά της μια λάμψη κοντά της
και γω να ξυπνώ

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ





  

ΤΟ ΦΙΛΙ ΣΟΥ ΕΚΕΙΝΟ



Ξαφνιάζει αισθήσεις ευχή να μου ζήσεις
κραυγή δίχως ήχο το νόημα στίχος
στο χρόνο γυρίζω στο τώρα χαρίζω
εικόνα που λέει κι ο νους να μου πλέει
σε σύννεφα κείνα λευκά μου τα κρίνα
που παίζω στο πιάνο κομμάτι antazio
δυό νότες που κλαίνε φιγούρα δική σου
στο βάθος ματιά σου μα είμαι κοντά σου
το ξέρεις το ξέρω θα φέρεις θα φέρω
στο μέλλον τη μπόρα η κάποια μας ώρα
ελπίζω να’ ρθεί

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ



ΧΑΔΙ ΝΟΤΙΑ






Φως μου σκοτάδι νύχτα μ’ αστέρια
πελάδα φεγγίζει νους μου κυλά
κύμα κορμί μου στην άμμο ξαπλώνει
χάδι νοτιά

σύννεφο γκρίζο φύκια αγγίζω
χιβάδα στην άμμο τρέχω προκάμω
φως μες στο δείλι αλάτι κοχύλι
χάδι νοτιά

μια λίμνη κοιμάται κουπιά της κρατάτε
μη φύγει και μείνω μονάχος και πίνω
αρμύρα κοιτάτε τα σπλάχνα της πήρα
χάδι νοτιά

πόθος στο κύμα έρως τι κρίμα
να πνίγει τη σκέψη πριν θάλασσα κλέψει
συναίσθημα πόθου σημάδι του κρότου
το χάδι νοτιά

και συ που ξαπλώνεις γαλάζιο σεντόνι
βαρκούλες χαράζουν βουβές μα φωνάζουν
άσπρα πανιά τους αρμύρας προικιά τους
τα χάδια νοτιά

και γω που κοιτάζω αμίλητος πλέον
βουλιάζω στην άμμο πεθαίνω γλυκά
ο τάφος μου τούτος αιώνιος ύπνος
τα χάδι με κάνει
να θέλω πνιγώ

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ