Τρίτη 28 Μαΐου 2019

ΛΑΧΑΝΙΑΣΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ



Φιλί στο μάγουλο γλυκό ανάσα της λαχτάρα
χάδι της μάνας δύναμη ξαφνιάζει το παιδί
γαλήνη τ’ όνειρο αυτό ο ύπνος του ταξίδι
χαμένος ο ορίζοντας γλυκό του δειλινό

καινούριος κόσμος φάνηκε σαν μέτρησε η ώρα
το πρώτο κλάμα μοίρασε αγάπη και στοργή
το χέρι του σαν έσφιξε το στήθος ναι της μάνας
δυό χτύποι αρκετοί

λαχανιασμένος έρωτας τόσο μικρά τα χέρια
ο κόσμος όλος κίνηση να πιάσει τη ζωή
εικόνα τούτη χάραξε δική της πια πορεία
παιχνίδι κι όπου βγει

ένας ο κόσμος χτίζεται καινούργια είν’ τα λόγια
σελίδα νέα γράφεται μεγάλος σεβασμός
κι ο έρωτας π’ακούγεται  με νότες χορωδίας
μαέστρο δείξε φρόνηση ο ήχος θαυμαστός

χαρμόσυνα ακούσματα κι ο νους να ταξιδεύει
το θέμα, μας το χάρισε η φύση η σοφή
κι ο έρωτα λαχτάρισε με πάθος που χαϊδεύει
της μάνας το φιλί

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ    

Δια χειρός Μίμη Χ. Γεωργόπουλου



Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

Ανοιξιάτικες εικόνες από τον Μίμη Χ. Γεωργόπουλο



ΚΑΙ ΓΩ ΤΑΞΙΔΕΥΩ


Και γω ταξιδεύω στις σκέψεις εκείνες
ζητώντας το χρώμα της κάποιας ζωής
αχνάρια του χρόνου θυμίζουν σελίδες
γραμμένες με αίμα μιας στάμπας πνοής

γυρίζω σελίδες δικές μου ελπίδες
αγάπη που μένει παρέα χαμένη
αγνάντι σε βράχο συνέχεια γράφω
τους στίχους εκείνους σαν μνήμη ζωής

καράβι μου πλέει χωρίς μια πυξίδα
μορφή πια χαμένη στον ύπνο την είδα
πανιά της σχισμένα κουπιά της σπασμένα
διαβάζω στοιχεία σε κάποια σανίδα
ξαφνιάζει ναυάγιο κερί μου στον Άγιο
ξωκλήσι στην άκρη καντήλι ανάβω
σαν δένω τον κάβο πατώ σε ξηρά

το όνειρο τέλος μα όχι καινούργιο
το ίδιο να βλέπω που πάντα το έχω
παρέα δική μου μορφή της ζωής μου
σφιχτά το κρατώ

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

ΣΤΑΣΟΥ



Μια στάση για λίγο κάνε πριν φύγεις
τα μάτια εκείνα πίνω ρετσίνα μονάχος
μεθώ
μεθάω κρατάω εικόνα που λέει
βάρκα που πλέει μονάχη στο κύμα
σε κάποιο γιαλό
στείλε σημάδι βράχου αγνάντι
γνωρίζω το τέλος πορεία σπασμένη
σε βράχια πνιγμένη ο χρόνος γιατρός
σανίδα που πλέει ναυάγιο να κλαίει
ξεχασμένο καράβι και κάποιος να ράβει
σε σάρκα σημάδια της άμμου πετράδια
πονώ
δύο γλάροι περνάνε χωρίς να κοιτάνε
εμένα που στέκω χωρίς το γιλέκο
με στήθια βαμμένα με αίμα γραμμένα
σε σκέψη γλυκιά

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ



ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ



Σάρκα αέρας φως σου και βλέμμα γλυκό
διαβάζω ψυχή σου άνθη αυλή σου
που ζεις
λόγια που γράφω λευκή η σελίδα
κι όμως γυρίζεις το φύλλο που βλέπεις

άκου το γρύλλο τραγούδι που λέει όχι
δεν κλαίει χαρίζει σε σένα γλύκα
και κέρνα φιλιά

σιωπή σου τα μάτια άσπρα παλάτια
προίκα που λέει βάρκα που πλέει
ταξίδι ονείρου κουκίδα τ’ απείρου
κερνάς ομορφιά

και γω που θαυμάζω άνθη στο βάζο
γιορτάζω το κάλλος μονάχος κρατώ
εικόνα σου κείνη βλέμμα οδύνη
και όμως χαρά

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ  

ΒΑΡΚΑ Η ΣΚΕΨΗ



Βυθίζω τη σκέψη χάνομαι
τρέχω μονάχος πιάνομαι
ζητάω ζωή
φλόγα καντήλι κλάμα μαντήλι
λόγια γραμμένα πάντα για σένα
ρόδα και κρίνα όλα τι κρίμα
τελειώνουν μια μέρα καλή σου η μέρα
ρηχά σου νερά
βάρκα στη λίμνη φτερά σου στη κνήμη
άσπρα πανιά σου ώρα καλιά σου
ζεστά σου νερά σου ρηχά
ανάσα μου μπάσα κουπιά σου
στα χέρια ζωή μου μιζέρια
αλάργα δεν ζω
μονάχος ψαρεύω τι τάχα γυρεύω
χαμένοι οι χρόνοι ωραίο παγόνι
ακίνητο μένει κι ο νους να μου κρένει
λόγια τ’ αέρα πέρα ως πέρα
το φως στην εσπέρα κερνάει
στα στήθια αλήθεια μια σκέψη
κρυφή .
και γω σαν διαβάτης της σκέψης απάτης
στο δρόμο μονάχος
κοιτώ

νομίζω πως βλέπω φιγούρα ανθρώπου
γνώριμου τόπου γελάω κρατάω
μαντήλι σινιάλου φιγούρα του άλλου
απάτη στο μάτι σταγόνας το δάκρυ
κρυφά να κυλά

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ