Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Ο ΠΑΦΛΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ



Ο παφλασμός με ξάφνισε φουρτούνιασε η σκέψη
εικόνες τούτες παιδικές παράδεισοι του νου
και γω να στέκω άφωνος χωρίς να λέω λέξη
στην άκρη του γιαλού

σκλάβος φτωχός γεννήθηκα της μοίρας ο διαβάτης
που περπατά στο πλάι της με φύκια συντροφιά
καλαμωτές τα χτένια της κι ο γλάρος της δραγάτης
θεέ τι ομορφιά

ρίχνω κοχύλι στο γιαλό τον παφλασμό δαμάσω
την ήρεμη την μοναξιά την κάνω να ξυπνά
και γω γελώ που περπατώ στο τέρμα για να φθάσω
μα πάντα στα τυφλά

χάνω το φως μου μπέρδεψα τη θάλασσα με ξέρα
τσαλαβουτώ στο βούρκο της αφράτο το κορμί
το σούρουπο το έκαμα να φαίνεται σαν μέρα
στο πρόσωπο λυγμοί

αρμύρας δάκρυα καυτά τα μάγουλα να καίνε
και γω κοχύλι άμοιρο ναυάγιο του γιαλού
όσοι χρησμοί κι αν γράφτηκαν το ίδιο πάντα λένε
παιδί του παφλασμού

γίνε καρδιά μου παφλασμός και χτύπα όλη νύχτα
και ξάπλωσε στην αμμουδιά μ’ ένα ρυθμό αργό
τα όνειρα και τους καημούς κι αυτά που είδες πνίχτα
να μη τα ξαναδώ

η αντοχή τελείωσε και συ καταβροχθίζεις
τον έρωτα μου πλήρωσα και τούτη τη φορά
ω! παφλασμέ μου δήμιε καρδιές πάντα θερίζεις
ο έρως συμφορά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
















































Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

Ο ΓΛΥΠΤΗΣ




Σκέψη και βλέμμα ήρεμο και όνειρο γεμάτο
δυό χέρια ένα κέντημα ιδρώτας σε πυλό
ο νους γλιστρά σαν έλκηθρο ξύλο μικρό σπαθάτο
σε χέρι σταθερό

ζύμη πυλού απρόσωπη η σάρκα φαντασία
η αστραπή σαν φώτισε το έργο περπατά
κι ο καλλιτέχνης μάστορας δουλειά του μια μαγεία
ο ήλιος ξεμυτά

χαράζει μέρα με χρησμό πυθία μουρμουρίζει
κι ο καλλιτέχνης προσπαθεί να δώσει μια ζωή
να τη παγώσει προς στιγμή σε βάση που γυρίζει
τι άραγε να πει  

τρομάζει η τέχνη θε να πω σε τούτο το μαντάτο
μάνα γεννά παιδί γλυπτό με μάτια ανοιχτά
κι όμως καρδιά χτυπά ρυθμούς  σε μάρμαρο αφράτο
η σκέψη ξεγελά

κάτσε ρε φίλε φρόνημα μη παίζεις με την τέχνη
τα χέρια σου δεν ξέρουνε τι πλάθουν τη φορά
και πρόσεχε το μέτρημα ταλέντο καλλιτέχνη
μη βγει κάτι στραβά

δεν πλάθω δόξα χρήματα δεν πλάθω το εγώ μου
πλάθω στιγμές όπου περνούν σαν σύννεφα βροχής
της τέχνης έργα κούρασης για το καλό δικό μου
του νου και της ψυχής

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ



























Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Ο ΓΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ






Κρυφτούλια μάγια χάϊδεμα
σε χρόνο όπου φεύγει
ανάσα που δεν φαίνεται
τα γέρικα μαλλιά
άσπρο το χρώμα μαύρισε
η σάρκα ταξιδεύει
σε λίγο ερημιά

ρόζοι στα χέρια φάνηκαν
στο πρόσωπο ραγάδες
η αγωνία γέννησε
σημάδια στο κορμί
κι δρασκελιά ετρέκλισε
στο βάδισμα μπελάδες
παρέα τα ραβδί

καμάρι συ που έφυγες
η ερημιά σκοτώνει
μόνο η σκέψη έμεινε
κι αυτή παρηγοριά
σχοινί σκληρό αφύσικο
το μήκος σου τελειώνει
στο τέλος μια θηλιά

χρόνε που πας δεν με κοιτάς
η λάβα πλησιάζει
σε λίγο στάχτη θα γινώ
μια σκόνη τόση δα
η μέρα μου σκοτείνιασε
η άλλη ναι χαράζει
και συ δεν με κοιτάς

στάσου για λίγο φίλε μου
να στολιστώ πριν φύγω
φθινόπωρο τα φύλλα σου
στρωσίδι καταγής
και γω με γέλια και χαρές
φτερούγες μου ανοίγω
ψηλά εμέ θα δεις

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
















































Δια χειρός Μίμη Χ.Γεωργόπουλου