Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Η ΣΧΟΛΙΚΗ ΒΙΑ

     

  


Και συ που σπρώχνεις και χτυπάς τον άλλον εαυτόν σου
αγάπη μάθε πως πονάς τα γράμματα πατάς
τη μάθηση δεν αγαπάς μπερδεύεις το κακό σου
κομμάτια σου μετράς


διαλέγεις βία μα που πας μορφώνεσαι αδίκως
σχολειό όπου εμίσησες δεν βγάζει σε καλό
επόνεσες τους φίλους σου σαν έγινες ο λύκος
θεριό μοναδικό


τα γράμματα που έμαθες εσέ δεν ακουμπάνε
δεν άκουσες το Δάσκαλο βιάστηκες θα πει
ο ανδρισμός ωρίμασε τα μπράτσα σου χτυπάνε
θαυμάστε αντοχή


κι ο φίλος σου που σου μιλά με τόση καλοσύνη
επιμελής στα γράμματα προκόβει στη ζωή
η στάση σου τι άδικο την πόρτα σου τη κλείνει
και χάνεις μια γιορτή


κι αν θέλεις τώρα άκουσε τα λόγια του Δασκάλου
και πρόσεξε το μάθημα μικρέ μου μαθητά
και μη μπερδεύεις το κακό με τη μορφή του άλλου
μπορείς να πας μπροστά


ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ




































  

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

                        
Μία καλύβα το σαράι κουρελούδες τα χαλιά του
μία τρύπα στο νταβάνι που τ’ αστέρια συ μετράς
μια δροσιά μέσα στο σπίτι τρεμοπαίζει η μιλιά του
για το τζάκι μη ρωτάς

μια σημαία στο κοντάρι Ελλαδίτσα μου φτωχή
ρε πατρίδα μου μεγάλη πάντα στέκω προσοχή
και με δύναμη που σχίζει σαγαπώ με μια φωνή
χάρισέ μου το ψωμί

η καλύβα μου παλάτι το όνειρο μου το φαρμάκι  
πότε ζέστη πότε κρύο κατσαρόλα αδειανή
νερομπλούτσα μεσημέρι νερομπλούτσα το βραδάκι
πάντα ίδια συνταγή

μία πόρτα που δεν κλείνει ένας κλέφτης τι να πάρει
έξω φτώχια θα χορέψει το χορό της ξεγνοιασιάς
είναι γέρος παλικάρι αν γλιστρήσει θα τουμπάρει
καραγκιόζη μη γελάς

φιλοσοφείς καημένε μου και κάνεις πως δεν βλέπεις
ρίξε δυο ξύλα στη φωτιά να κάψεις το κακό
κι αν το στομάχι σου πεινά να μη του επιτρέπεις
ετούτο το χορό

      λόγια που ‘χουν σημασία το χεράκι του κουνάει
μια σκιά χοροπηδάει στο μπερντέ χρωματιστή
ένα όραμα μετράει ο φτωχός πάντα πεινάει
η φρατζόλα ακριβή

θέατρο σκιών ετούτο με διάφορες φιγούρες
ξόανα καλοντυμένα και με λόγια αηδίες
ακριβά τα δεκανίκια με ολόχρυσες μαγκούρες
του μπερντέ οι ιστορίες

η παράσταση τελειώνει το συμπέρασμα δικό σας
πότε γέλιο πότε ψέμα πότε πόνο στη καρδιά
κι αν εσείς μου μπερδευτείτε πέστε λάθος τ’ ονειρό σας
στην υγειά σας ρε παιδιά

ΜΙΜΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ







































Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ( Μεσολόγγι )




σοκάκι του το γνώριμο δυό βήματα πληρώνει
μια μοναξιά τριγύρω του παράθυρα κλειστά
γυρνά στα πίσω δεν μιλά το σήμερα ματώνει
ψυχή που περπατά

αγρίμι γίνε ήρεμο και άσε να περάσει
τα γηρατειά πληρώνουνε το γύρισμα πονά
και το ποτό όπου ζητά με πόνο θα κεράσει
τα χρόνια τα παλιά

κλείνει τα μάτια δεν κοιτά πεζούλι ξεχασμένο
πόσες φορές δεν κάθισε μικρός να ξεχαστεί
παιχνίδι που τελείωσε κορμάκι κουρασμένο
κι αυτός αναπολεί

σοκάκι τώρα τόσο δα στη φαντασία του μεγάλο
τα παιδικά του όνειρα παιχνίδια στη ζωή
ο πρώτος του ο έρωτας της φύσης το σινιάλο
κρατά μια αντοχή

σούρουπο στράτα τον πονάς η σιγαλιά εικόνες
βαριά τα βήματα θα πει ζωή είσαι γλυκιά
κι πληρωμή μα πιο γλυκιά κι αυτή έχει κανόνες
παιχνίδια στα στερνά

γυρνά σελίδες άκομψα ανάποδα ο χρόνος
το σήμερα ανάκατο με μπόλια απ’ το χθες
χαρά του τα δυό βήματα το κέρδος του ο πόνος
θα’ ρθει πολλές φορές

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ







Δια χειρός Μίμη Χ. Γεωργόπουλου


Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

ΑΣΠΡΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


  
Άσπρα βουνά της θάλασσας φυτρώσανε σε κάμπο
κρίνοι αρμύρας μάρμαρα ολόλευκα πανιά
και γω βουτώ μες στο νερό και από το φως τους λάμπω
της λίμνης αντηλιά

κλείνω τα μάτια τύφλωσα ανταύγεια που θαμπώνει
φαινόμενο των αλυκών της φύσης ζωγραφιά
άσπρο πουλί σαν πέταξε κραυγή από γλαρόνι
τριγύρω ερημιά

ω! λίμνη συ μια καλλονή πλανεύτρα ταξιδιάρα
το χτένισμά σου άσπρισε κι θάλασσα λευκή
γράφω τραγούδι του γιαλού του έρωτα καντάδα
αρμύρας μουσική

στέκω κολόνα σκέφτομαι ο διπλανός μου πνεύμα
κάνω δυό βήματα μπροστά τα χάνω δεν μιλώ
των αλυκών απόνερα διπλά βουνά στο βλέμμα  
και γω που να σταθώ

τρελή μου λίμνη άσπρισες ο βούρκος σου γυαλίζει
μια ομορφιά στο πουθενά κι ο θαυμασμός κρυφός
πόσες εικόνες στο μυαλό το θέαμα με πνίγει
και γω ένας μικρός

Τουρλίδα συ οι αλυκές στην άκρη κάποιου κόσμου
άσπρα βουνά τι θέλετε διαμάντια λαμπερά
μια φύση σαν μου μίλησε κι απάντησα για δώσ’ μου
του γλάρου τα φτερά

για να μπορώ να τριγυρνώ τριγύρω απ’ τα κάστρα
κι από ψηλά να χαιρετώ εκείνο τον καημό
που πάστωσα από μικρός τις μνήμες μου σε γλάστρα
εδώ θα ξαναρθώ

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ



































Κυριακή 8 Μαΐου 2016

ΤΟ ΚΑΝΟΝΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ


             
Άναψε φλόγα βρόντηξε και θύμωσε κανόνι
ο κόσμος εκοιμήθηκε αλλού μωρέ κοιτά
στο σήμερα που περπατά σαν φουσκωτό μπαλόνι
κατάντια συμφορά

Μεσολογγίτες στ’ άρματα η έξοδος προτάσσει
πολιτισμέ πως ξέφυγες ελάθεψες λοξά
το δίδαγμα που κόστισε ζωές δεν θα φωλιάσει
ποτέ μες σε καρδιά

κανόνι για σημάδεψε αυτόνε που φαλτσάρει
την ιστορία ξέχασε αλλού μου περπατά
ανδρείας το παράσημο ποτέ δε θα το πάρει
αφού δεν μελετά

και συ λεβέντη που κρατάς τη φλόγα με τη δάδα
κάνε κανόνι βροντερό τη γη να σου κουνά
και κάμε και το σπίτι σου να μοιάζει με πελάδα
σε θάλασσα ιερά

η φλόγα σου δεν σβήστηκε ακόμα καψαλίζει
ζεστό κορμί που κράτησες τη δόξα χαιρετά
και το μπαρούτι που βογκά αν χρειαστεί χαρίζει
σε κόσμο λευτεριά

ζύμωσε χρόνια δύσκολα σε σκάφη με το τώρα
και κάμε ζύμη βροντερή η έκρηξη φανεί
κι ο κόσμος τούτος ας βραχεί με λευτεριάς τη μπόρα  
να δει μία προκοπή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
 

















ΜΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ









                   
 
σβήσε τον ύπνο ξύπνησε το όνειρο δικό σου
το στρώμα σου το έστρωσες  σ’αρμύρα που πονεί
ζεστό ή κρύο το νερό εκεί το ριζικό σου
γαΐτα μοναχή

κορμί εσύ μακρόστενο σαν χέλι μαυρισμένο
αρχαίο τόξο φτιάχτηκες το κύμα να τρυπάς
σε μοναξιά μου ξάπλωσες νεράκι θολωμένο
κουβέντα δεν μιλάς

δρόμος μπροστά σου πέλαγος η βόλτα σου παιχνίδι
όταν θυμώνεις χάνεσαι γλιστράς χωρίς μιλιά
και το κορμί σου σάπισε η σάρκα σου σανίδι
ο πάσσαλος σιμά

θα σε κεράσω συντροφιά μέχρι ο ήλιος δύσει
θα σε κοιτώ θα σου μιλώ και συ θα μου γελάς
μικρό παιδί σαν ήμουνα εσέ είχα φιλήσει
ποτέ μη το ξεχνάς

γαΐτα συ σε λάτρεψα ο έρωτας κοχύλι
ο χρόνος σου δεν πέρασε παστώθηκε θαρρώ
δυο γράμματα που γράφτηκαν χαράκωσαν μια στήλη
με λέξη σαγαπώ

τώρα λοιπόν κρυφά κοιτώ το λυγερό κορμί σου
βάρκα εσύ ο κύκνος μου της λίμνης χορευτής
ψάχνω να βρω που έκρυψες το άσπρο το πανί σου
να γίνω εραστής

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ