Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΑΠΗΛΕΙΟ




 
Τρία σκαλιά υπόγειο κι η σάλα του γεμάτη
από βαρέλια  ξύλινα  που μύριζαν κρασί
τραπέζια άφωνα γραμμή να δέχονται πελάτη
τριγύρω σιωπή

Στους τοίχους κάδρα κρεμαστά λίγο ξεθωριασμένα
με ζωγραφιές περίεργες μιας άλλης εποχής
και στη γωνιά να στέκεται μια άφωνη λατέρνα
τον πόνο σου να πεις

Κι ένα ρολόι κρεμαστό  με τζάμι ραγισμένο
να σε κοιμίζει  σαν χτυπά τις ώρες δυνατά
και να ξυπνά στο μέσα σου  τον πόνο τον κρυμμένο
ακόμα δυο ποτά

Κι ένας σκυφτός που δεν μιλεί με βλέμμα λυπημένο
στο νου του κάτι σκέφτεται  κι αυτό αναπολεί
τα νιάτα του πως πέρασαν το γήρας δηλωμένο
ακόμα θε να πιει

Θα σηκωθεί τρεκλίζοντας δυο βόλτες για να φέρει
για να χορέψει αν σταθεί σαν κάτι για να πει
με δυο στροφές θε να τη βρει αν τούτος καταφέρει
αλλιώς θα σωριαστεί

παλιόζωή τι βάσανο κάθε γουλιά και πόνος
μια στράτα δύο βήματα ένα ποτό θα πιει
και ο πελάτης μοναχός τι βάσανο ο χρόνος
ψυχή του μοναχή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ







Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Το αγνάντι

                     

Με το μυαλό στα κύματα τη μοναξιά κοιτάω
βάρκα η σκέψη μια καρδιά μαΐστρος να φυσά
μη με ρωτάτε να σας πω τι ακριβώς ζητάω
χαμένη συντροφιά

παράθυρό μου ανοιχτό ο νους μου που πετάει
δροσιά η αύρα του γιαλού φρεσκάρει το μυαλό
εικόνα που ξεχάστηκε σ’ άλλες στιγμές με πάει
όταν εγώ σταθώ

αγνάντι δίψα μου εσύ κάτι με βασανίζει
θε να μπαρκάρω γω ξανά κι ας είμαι ναυαγός
νομίζω πως το άκουσα στο βάθος να σφυρίζει
αγιάτρευτος καημός

στάλες βροχής σαν δάκρυα μια συννεφιά μπροστά μου
ταξίδι κείνο δεν ξεχνώ τη θάλασσα αγαπώ
στιγμές μια θύμηση παλιά το φυλαχτό κοντά μου
εγώ να μη πνιγώ

αγνάντι τούτο που κοιτώ και γω είμαι δεμένος
στη πλώρη κείνη μην πνιγώ δυο μνήμες τραγικές
κρατάτε άλμπουρα γερά αέρας θυμωμένος
κουβέντα συ μη λες

θα κλείσω το παράθυρο θα κλείσω και τα μάτια
μπουρίνι είναι του μυαλού φουρτούνα της ξηράς
θε να μαζέψω γω ξανά τα σκόρπια μου κομμάτια  
της δόλιας μου καρδιάς

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ







Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΡΙΝ








Το πάθος είναι θαυμασμός κι ο θαυμασμός ταξίδι
κι σκέψη είναι βάσανο εικόνες – παρελθόν
και η ζωή που γράφεται με όνομα παιχνίδι
δηλώνει το παρόν

μα το παρόν δεν μου αρκεί σαν άγνωστο μου μοιάζει
σε περασμένες εποχές ζητώ πάντα να ζω
ο νους μου μένει άρρωστος γι'αυτό κι αυτός φωλιάζει
σ’αυτό που νοσταλγώ

πληρώνω όσα ζήλεψα με πίκρες που δεν φεύγουν
ένας ντουνιάς αλλιώτικος αθώος παιδικός
σιγά - σιγά στο όνειρο όλα αυτά πηγαίνουν  
και μένω μοναχός

ο έρωτας μια θάλασσα μια λίμνη που μιλάει
διαβαίνει η δόλια η ψυχή διαβάτης θεατής
κι απρόσκλητα μες στα κρυφά ένα ποτό κερνάει
δυo στάλες της βροχής

πάλι στο πριν ξανάφθασα δεν λέω ξεκολλήσω
σαν ξόβεργα το παρελθόν κολλάει στο κορμί
στον κλίβανο το σκέπτομαι το νου μου να πουλήσω
άλλο να μη πονεί

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
 






Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ






Δύο σταγόνες ο ανθός λιθάρι ξεχασμένο
ρυάκι κατρακύλησε τ’ αγρίμι μοναχό
το πέλαγος ηρέμησε βαρκάκι αραγμένο
δυο μνήμες σου κρατώ

και συ μια λίμνη αρμυρή του ήλιου θυγατέρα
πάντα παιδί στη μοναξιά αγιάτρευτη πληγή
τραγούδι όπου σ’ έκαμα δυο νότες στη φλογέρα
βαθιά αναπνοή

φτερό γλιστρά στο πέλαγος σημάδι που μαντεύω
χωρίς το κύμα βήματα χορός σε αμμουδιά
φτερό εσύ κάτι μου λες όταν τον νου παιδεύω
ψαρεύω στα ρηχά

όνειρο συ καλοκαιριού μια λάσπη που στεγνώνει
μπακλαβωτό το σχήμα σου κομμάτια της καρδιάς
μια σκέψη καλοτάξιδη πάντα αυτή πληρώνει
το κόστος της βραδιάς

αγκάθι πως εφύτρωσες σε βούρκο ξεχασμένο
περίεργος συνδυασμός με φύκια συντροφιά
δυο βότσαλα στην αμμουδιά κοχύλι ξεραμένο
παγώνει η ματιά

εικόνα τούτη λείψανο πάντα στο νου θα μένει
ρυάκι όπου στέγνωσε εκράτησε στιγμές
και σήμερα στη μνήμη μου σχεδόν δεν απομένει
να σκέφτομαι το χθες

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

  

  

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ




                   

Σαν έριξε το βλέμμα του ξεθάφτηκαν οι μνήμες
ανατριχίλα ταραχή τα γράμματα παλιά
συρτάρι όπου τράβηξε εφέξανε δυογρίλιες
ξανά όλα μπροστά   

Ψάχνει σημείο να σταθεί το θέμα του θαυμάσει
να ταξιδέψει με το νου να γίνει ο ψαράς
και με σπουδή τα μυστικά της λίμνης να σπουδάσει
ζωγράφε που κοιτάς

λίμνη της πόλης φόρεμα γαλάζιο που δεν σβήνει
κολόνα είναι του νερού της φύσης καλλονή
κορμοστασιά της θαυμαστή ο πότης τώρα πίνει
κρασί να ζαλιστεί

ζωγράφε,  έλα πιο κοντά το θέμα σου αξίζει
η φύση είναι δάσκαλος και συ ο μαθητής
χωρίς ρυτίδα θάλασσα για κοίτα πως γυαλίζει
είναι για να την πιείς

πατά εδώ πατά εκεί σε λίγο μα τα χάνει
είναι καλά ή άρρωστος ο ύπνος έχει φως
ψάχνει ξηρά μα μάταια το τρίποδο να στήνει
ν’αρχίσει ο χορός

ξηρά νερό - νερό ξηρά ανάκατα τα χάνει
θα περπατήσει στο γιαλό σαν πάπια θα βουτά
διόδια στο βλέμμα του κάθε φορά θα βάνει
για να πληρώνει σαν κοιτά

το ιερό της το σπαθί θ’ αρπάξει να πεθάνει
γιουρούσι μες στο πέλαγος σκοτώσει τον καημό
τη νοσταλγία  που ποθεί αυτός εκεί θα γιάνει
το έχει για σκοπό

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΕΡΝΑΕΙ ΤΟ ΧΘΕΣ








           
Πόσο γοργά μου περπατά ο χρόνος που περνάει
το σήμερα τόσο μικρό το χθες πάλι μπροστά
ένας τροχός που μόνος του αόρατα κυλάει
εμένα ξεγελά

το χθες που φέρνει δεν ρωτά τη μνήμη την παιδεύει
μπερδεύει χρόνο και ζωή το όνειρο ζητάς
τις αναμνήσεις τις παλιές ο νους σου τις χαϊδεύει
και συ να μη μιλάς

ζωή πόσο γοργά μου έρχεσαι πόσο γοργά μου φεύγεις
χορταίνεις συ με δυο φιλιά και τρέχεις προσπερνάς
στο άγνωστο με καλπασμό καβάλα συ οδεύεις
τρελή μα τι κερνάς

το χθες  μπροστά  μου πέρασε ντυμένο σαν διαβάτης
δεν μίλησε μου γέλασε κρυφή αναπνοή
και χάθηκε στο δάσος του σαν σκυθρωπός δραγάτης    
χωρίς τι να μου πει

καλότυχο παράθυρο με γρίλια ανοιγμένη
γελά κοιτά το παρελθόν το σήμερα μου ζει
κρυφά κοιτά  δύο ζωές  κι αν τύχει ξαποσταίνει
σ’ αστείρευτη  πηγή

σαν ξόβεργα στο σήμερα το χθες πάντα κολλάει
ρουφά βεντούζα στο κορμί σημάδι μελανό
να σβήσει κείνο π’ άφησε στο νου πάντα ξεχνάει
και γω ένα μωρό

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ  

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ



Τώρα το φως στάσου εκεί μετρώ το ριζικό μου
άγνωστη στράτα θα διαβώ ο δρόμος μου μακρύς
διαβάζω τώρα μοναχός μπροστά το όνειρό μου
λαχτάρα μιας ψυχής

στήνω στημόνι αργαλειού υφάδι που δεν σπάει
μορφή εικόνα άγνωστη που όμως δεν μιλά
η ομορφιά του άγνωστου που τάχα να με πάει
ετούτη η χρονιά

σχέδια κάνω στο μυαλό χαμόγελα υποσχέσεις
μία ζωή φανταστική ελπίδα μου ζεστή
διαδρομή καράβι μου αλήθεια που θα δέσεις  
και συ μία μορφή

θέλω ταιριάσω συντροφιά στη στράτα με το χέρι
περπάτημα μέσα στο φως αγγίγματα ψυχής
και δώρα τα χαρίσματα απ’ της καρδιάς πανέρι
ελπίδες μιας ευχής

η πρώτη μέρα φάνηκε μπουμπούκι που ανοίγει
τα χρώματα είναι κρυφά σε λίγο θα φανούν
και ο χρησμός θα διαβαστεί το άγνωστο με πνίγει
τι τάχα θα συμβούν

ψάχνω σημάδια για να δω σε λάμψεις στιγμιαίες
μα η ζωή πορεύεται με ίδια συνταγή
κυλά στις ίδιες τις γραμμές με λάβαρα σημαίες
στο τέλος θα τα πει

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ