Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015



                                              


                           ΠΑΛΙΑ ΕΠΟΧΗ


Ο νους μου πάει στα παλιά σε εποχή φευγάτη
έλα κοντά εάν μπορείς μια σκέψη τρυφερή
στάσου κρυφά εσύ να δεις μία ζωή μ’ αγάπη
ωραία εποχή


δρόμος φαρδύς το βάδισμα κι ο νους να ταξιδεύει
δένδρων σκιά μία δροσιά ο έρωτας ανθεί
υπαίθριος ο πωλητής το κέρδος του γυρεύει
πραμάτεια ζηλευτή


καπέλα μόδα εποχής και μερικά αστεία
να προκαλούν τα βλέμματα χαμόγελα κρυφά
αδιανόητο θα πει ξεσκούφωτη κυρία
τα ήθη αυστηρά  


μα το καπέλο που φορεί η κόμισσα με τ’άσπρα
περίεργο το σχήμα του μιας μόδας εποχής
μα τι θυμίζει θε να πει ολόιδια η γλάστρα
καπέλο κεφαλής


αντίθεση τετράποδο σαν φόντο στη φιγούρα
το γαϊδουράκι δεν μιλά σταφύλια κουβαλά
αντί μπαστούνι θα κρατά μια ξύλινη μαγκούρα
βραχιόλι ζυγαριά  


κι ο καβαλιέρος που κοιτά περήφανος ποζάρει
σαν θεατρίνος περπατά ψαθάκι μου φορά
μα μπέρδεψε το χώρο του με λαϊκό παζάρι
περίεργα κοιτά


ωραία ήσουν εποχή αθώα η ψυχή σου
γιαλός ο δρόμος ομορφιά κατώφλι αρμυρό
μία καντάδα η ζωή τραγούδι στη καλή σου
και γω αναπολώ

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ



                           ΤΟ ΠΑΡΑΣΗΜΟ

                           ( έπος του 1940 )

Παράσημο στο στήθος του μια λεβεντιά καμάρι
μια δρασκελιά στο θάνατο περήφανη ζωή
λιοντάρια γίναν τα παιδιά εκείνοι οι φαντάροι
που δίδαξαν τη λευτεριά εκείνο το πρωί

Μικρό αυτό περήφανο παράσημο γιορτάζει
χτυπά μια δεύτερη καρδιά στο στήθος η τιμή
«αέρα» πάνω στα βουνά η λεβεντιά φωνάζει
το τραύμα εξεχάστηκε ακόμα κι η πληγή

Κρεμά στο στήθος φυλαχτό πελώριο το ήθος
κι αν είναι ακόμα και νεκρός μιλά η λεβεντιά
το ξέχωρο θα πει κανείς σε τούτο δω το πλήθος
για την πατρίδα το κορμί λιοντάρι στη φωτιά

Μια ξέχωρη διάκριση σαν σπάνιο πετράδι
παράσημο καρφώθηκε σε στήθος γελαστό
το έπος κείνο φώτισε και το πυκνό σκοτάδι
σημαία γαλανόλευκη στη μέση το σταυρό

Και συ που τούτο το κρεμάς με νόημα γιορτάζεις
μια αμοιβή διάκρισης Ελληνικής ψυχής
κερνάς ζωή και θάνατο χωρίς να το φωνάζεις
καθήκον ανυπέρβλητο αθάνατης φυλής

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ


                                        ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ
                 ( Το αηδόνι του 1940 )

Γλυκιά φωνή το όπλο σου οι νότες σου καμάρι
Ελληνικά βουνά φουντώσατε με σθένος το σπαθί
γυναίκα συ αηδόνι μου κελάηδησε με χάρη
για τούτη τη φυλή

Βελούδο είναι η φωνή ζωγράφου το πινέλο
η μουσική σου πίνακας μουσείο θε να πει
ο εφιάλτης η φωνή για γέλια Κολονέλο
το έπος μια ωδή

Κι αν έχεις συ την όπερα εμείς έχουμ’αέρα
άλλο τραγούδι η κραυγή με σθένος η φωνή
σε λίγο φόρα παίρνουμε και σε πετάμε πέρα
ο πόλεμος γιορτή

Όπου κι αν πας κι όπου βρεθείς το κύμα τρικυμία
πατρίδα γαλανόλευκη ορθώνεις μια ψυχή
αηδόνι η φωνούλα σου είσαι και πάλι η μία
ζηλεύουν οι θεοί

Τραγούδι στην ανάπαυλα μια συντροφιά που λείπει
αρμονικό το άκουσμα αθάνατη φωνή
αντρειωμένο ηθικό της νίκης καρδιοχτύπι
ετούτη η στροφή

Έλα ρε Βέμπο λάλατο και κέρνα τα παιδιά σου
και αυτά χορό θα στήσουμε στις Πίνδου τα βουνά
Δαβάκη έχουν αρχηγός κρασί για την υγειά σου
ακόμα μια φορά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ




                        ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
                          ( 28η Οκτωβρίου 1940 )


Δυο λόγια σε διάλειμμα μια σκέψη τριγυρνάει
ένας καημός τα πρόσωπα εικόνες του σπιτιού
μια βόλτα κάνει μες στο νου σαράκι που πονάει
θρανίο έχει τη πλαγιά εκείνου του βουνού


Μάνα πατέρας κι αδελφή δυο λέξεις που ματώνουν
σκληρό βουνό το διάβα σου κουράζει το κορμί
μια στάση η ομάδα του φαντάροι που ξαπλώνουν
μολύβι δυό γλυκόλογα αγάπης στο χαρτί


Το πρόσωπο μία μορφή σφικτό έχει το φρύδι
μη του μιλάτε του παιδιού εκεί στη Κορυτσά
υπόσχεται στο γυρισμό διαμάντι δαχτυλίδι
κουφέτα στην αγάπη του κουμπάρα εκκλησιά


Λουλούδι που ξεχάστηκες στου βράχου τη ραγάδα
θα σε βαφτίσω όμορφο ανθάκι ηδονής
κι αν σκοτωθώ ξανάνθισε σε τούτη τη χαράδρα
κάντο για μένα αν μπορείς εσύ αφού πονείς


Ο πόλεμος που μαύρισε το χάδι το φυτίλι
τουμπάρισε τα πράγματα μια πένθιμη σιγή
απότομα σταμάτησε να γράφει το κονδύλι
αδέσποτη του δώρισε η τύχη μια βολή


Και το χαρτί του έγινε σταυρός σε εξωκλήσι
δυό λόγια ατελείωτα μολύβι καταγής
επέταξε και έφυγε εκείνο το μελίσσι
μικρή κοπέλα για καιρό τα μαύρα θα φορείς

ΜΙΜΗΣΧ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015



      
           

      ΤΟ  ΒΑΠΟΡΙ

Φύσα βοριά και στέγνωσε τη λαμαρίνα τώρα
και κάμε το βαπόρι σου να φαίνεται στεγνό
που το‘λουσε απρόσκλητα ετούτη δω η μπόρα
το μπόι του μετρώ

σκαρί εσύ κουράστηκες στο κύμα ν’αρμενίζεις
χωρίς μιλιά το βιάτζο σου το σίδερο φτερό
και το νερό το αρμυρό με σθένος να χτενίζεις
την αντοχή μετρώ

το φιλιστρίνι ανοιχτό μια αύρα που δροσίζει
χαϊδεύει μπάτης τον καημό κουκέτα ζηλευτή
κι ο νους του ναύτη διαρκώς συνέχεια γυρίζει
σε κάτι που ποθεί

σφυρά στο βάθος του γιαλού σαν βγάζει το θυμό του
ανάσα τούτη που βογκά ξεκούραση θα πει
μπορεί να μοιάζει η φωνή σαν χάδι στον καλό του
που μοιάζει με φιλί

κι ο φάρος κείνος που ζητά να δει τον ερχομό του
να ξεμυτά στο πέλαγος σαν γλάρος που πετά
κι μηχανή που κελαηδά τραγούδι κάποιου κρότου
το φάρο χαιρετά

λοστρόμε πες μου τι μετράς μία πορεία τώρα
χαράζεις ρότα βαποριού το λάθος σου μετρά
ο κίνδυνος η αλλαγή να πας σε άλλη χώρα
τα μάτια ανοιχτά

κι ο θερμαστής μες στο κορμί τη μηχανή παιδεύει
κρατά ρυθμό όπου μετρά τους χτύπους σταθερούς
και το βαπόρι στο γιαλό με μπέσα ταξιδεύει 
σκορπώντας τους καπνούς

ο καπετάνιος που κοιτά πορεία διορθώνει
τιμόνι στρίβει δεξιά τη πρύμη σταθερή
με το καιρό τα έβαλε γιαυτό και μου θυμώνει  
η πίπα του σβηστή

φούνταρε άγκυρα να δω τη κούραση να σβήνει
τα παλαμάρια δέσανε στο ντόκο το σκαρί
το βίντσι βάρος να κουνά φορτίο του ν’ αφήνει
η κούραση φλουρί


ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

                                                

                               ΠΡΩΙΝΟ

Ήχος μικρός ο παφλασμός το κύμα που κοιμάται
γουλιά – γουλιά το ξύπνημα το φως σε χαιρετά
μια θάλασσα που δεν μιλά μονάχη της θυμάται  
δυο σύννεφα θολά

μια σκέψη όπου χάνεται στο βάθος ηρεμία
δυο αγγελούδια πέταξαν αόρατη μορφή
και συ που στέκεσαι εκεί στο νου σου τρικυμία
μια θέα σιωπή

τοπίο που δεν χάνεται σαν γράφεται στη μνήμη
το νόημα περίεργο το όνειρο θολό
και τον θυμό σου η αυγή απρόσκλητα να σβήνει
και συ ένα μωρό

γράψε με γράμματα νερού επάνω εις το κύμα
να τα διαβάσει ναυτικός γοργόνα που περνά
και να φυτρώσουν στο νερό δυό όμορφά σου κρίνα
με μύρο του νοτιά  

δώρο αυτό τι πρωινό ζωγράφος 'ναι η φύση
χωρίς σπουδή το τέλειο τα χρώματα μαβί
κι όμως η έκφραση αυτή εσένα θα ξυπνήσει
ετούτο το πρωί

μη προχωράς κράτα εκεί να σε χορτάσω κι άλλο
να φτιάξω μία ξόβεργα μαζί σου να πιαστώ
και να χορέψω στο γιαλό με σένα δίχως άλλον
ετούτον το χορό

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
 Στίχοι και εικόνες από τον ποιητή  ΜΙΜΗ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟ

                        

                   Ο  ΦΟΥΡΝΟΣ

Κάψε το φούρνο σου γιαγιά η φλόγα να ζεστάνει
και φούρνισε το κάματο χαρά και σιωπή
και τ’ όνειρο όπου κρατάς την κούραση να γιάνει
αμίλητη εσύ

άσπρο και μαύρο στη ψυχή τα βάσανα καμένα
μαύρο μαντήλι στα μαλλιά κρυμμένη η μορφή
ρόζοι στα χέρια η γιαγιά με ρούχα μαυρισμένα
δουλειά απ’ το πρωί

εικόνα τούτη ζωγραφιά τα λόγια περιττεύουν
νοήματα αταίριαστα σελίδες της ζωής
τη φαντασία προκαλούν τις σκέψεις θε να κλεβουν
στειλιάρι σαν κρατείς

άνοιξε στόμα φούρνε μου τη κούραση φουρνίσω
και συ αχόρταγο θεριό δεν λες ούτε μιλιά
δεν με ρωτάς το τι και πιο μήπως και σου μιλήσω
και βρω παρηγοριά

τα χείλια σου μαυρίσανε τη φλόγα μου την κρύβεις
τα μυστικά κάθε φορά τα καις με το ψωμί
και χαίρεσαι που γέλασες τα χέρια σου σαν τρίβεις
τη Βάβω τη φτωχή  

ένα ζευγάρι τη φορά μια παντρειά δεμένη
στοιχείο τούτο του χωριού εικόνα ζηλευτή
βωμός που καίει θε να πει η μέρα χαρισμένη
σαν δώρο στη ζωή

και συ που στέκεις και κοιτάς το νόημα για πιάσε
πόσες φορές δεν σκέφτηκες να φούρνιζες εσύ
και τη ρουτίνα της ζωής για μια στιγμή για σπάσε
να δεις την αλλαγή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ