Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Το παγκάκι



               
              ( παλιά εποχή )


Ο έρωτας που έζησα παράξενη ιστορία
παγκάκι όπου άκουσε δυο λόγια τρυφερά
μια ερημιά δυο κορμιά μα τώρα απουσία
τοπίο μοναξιά


χρόνια παλιά αγύριστα τα λόγια σημασία
τα όνειρα στο ραντεβού το χέρι ντροπαλό
κι ο χρόνος που εκύλαε ο ίσκιος φαντασία
το χάδι τρυφερό


παλιά τα χρόνια ευωδιά τα γιασεμιά στο χέρι
δυο μάτια που δακρύζανε το άκουσμα γλυκό
και η καρδιά εμάτωνε από χρυσό μαχαίρι
στη λέξη σαγαπώ


ένα παγκάκι μοναχό κι ο στύλος σκουριασμένος
το παρελθόν ζωγραφιστό τα λόγια περιττά
μια μοναξιά που έμεινε διαβάτης ξεχασμένος
δυο φώτα είν’ σβηστά


χρόνε κρυφέ γιατί κερνάς εικόνα με κακία
το παρελθόν όπου πονά δυο μνήμες αρκετές
κι αν από τύχη γω περνώ στο νου μου τρικυμία
σαν σκέφτομαι το χθες


σκουριά κι αρμύρα σύνθεση ο τάφος δεν μιλάει
επιγραφή περίεργη δυο λόγια μοναχά
ο χρόνος άφωνα περνά σαν ρόδα που κυλάει
εικόνα που πονά


κι αν το παγκάκι έμεινε κάτι να μου θυμίζει
μένει κρυφό στη σκέψη μου ο έρωτας αχνός
βαθιά ανάσα σαν περνώ κι ο νους μου ψιθυρίζει
γιατί τόσος καημός

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

ΕΝΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙ




                

Ένα μπουκάλι μήνυμα μία ζωή φευγάτη
συντρίμμια συναισθήματα σε βράχια κοφτερά
ένα γυαλί στην αμμουδιά στον ήλιο σαν αστράφτει
μαντάτο μαρτυρά

δυο λέξεις μόνο η γραφή ελπίδα που θα φθάσει
στον αναγνώστη στη ξηρά ποτέ μη ξεχαστεί
κι αν θα βρεθεί να διαβαστεί εκεί στ’ ακροθαλάσσι
βοήθεια θε να ΄ρθεί

μπουκάλι συ ταλαίπωρο για χρόνια ταξιδεύεις
αβύθιστο πλεούμενο το μήνυμα κρατείς
μες στο νερό μου λούζεσαι στα κύματα χορεύεις
στην άμμο θα θαφτείς

μια καρδιά ξεχάστηκε μες στο μπουκάλι μοίρα
του ναυαγού το όνειρο αδιάβαστο θα ζει
μαύρο το χρώμα θα φορεί αμίλητη η χήρα
να ζει κανείς ή να μη ζει

σάρκα εσύ η άλιωτη απ’ το γυαλί κοιτάζεις
κενό ανάσα δύσκολη δυο λόγια στο χαρτί
μοιάζεις μωρέ στο χρόνο σου ελπίδα να μου τάζεις
πως κάποιος θα σε δει

και η ελπίδα όπου ζει μες στη καυτή την άμμο
χτυπά παλμούς κάθε φορά σαν όστρακο που ζει
μια πρόσκληση αγράμματη τυπώθηκε για γάμο
που δεν θα διαβαστεί

κι ο ναυαγός που χάθηκε σφραγίδα το μπουκάλι
πιστοποιεί το πένθος του λιακάδα που πονεί
περίεργος συνδυασμός στη θάλασσα τσακάλι
μπουκάλι που μιλεί

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ  

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

ΤΡΕΛΟ ΒΟΤΣΑΛΟ



              


Τρελή πετρούλα που θα πας που θέλεις συ να φθάσεις
ο ουρανός είναι ψηλά το μπόι σου μικρό
κι αν προσπαθήσεις μάθε το στο τέλος θε να χάσεις
το στοίχημα πικρό


η σκέψη είναι πρόθυμη σκιά όμως η πράξη
απατηλό τ’ανάστημα ελπίδα σου μικρή
και η προσπάθεια αυτή απ’ την αρχή θα φράξει
καλύτερα στη γη


τα σύννεφα να τα κοιτάς με θαυμασμό και μόνο
πουλί δεν είσαι δυστυχώς ζηλεύεις μα πονάς
μη σπαταλάς τη σκέψη σου μη σπαταλάς το χρόνο
και μη βαρυγκομάς


κι αν είσαι τώρα στη σειρά μια πιθαμή σε ύψος
ενόμισες πως έφθασες στα ύψη με χαρά
θα πέσεις οπωσδήποτε και θα ντυθείς με γύψο
πετρούλα τόση δα


κι αν το σκαρφάλωμα αυτό σου πήρε τα μυαλά σου
ισορροπείς στο τσίρκο σου χωρίς να το σκεφτείς
είσαι μικρό και άπειρο μα έλα στα καλά σου
γιατί θα γκρεμιστείς
στην αμμουδιά σου ξάπλωσε και άσε τα παιχνίδια
έχεις το κύμα χάδι σου την άμμο συντροφιά
χιβάδες καύκαλα ξερά και βότσαλα με στρείδια
και κύμα σαν δροσιά


τρελό μου βότσαλο εσύ ένα γουλί με χρώμα
της φύσης δημιούργημα καμπύλη το κορμί
γύρνα στα γρήγορα εσύ στην αμμουδιά σου τώρα
εκεί είν’ η ζωή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΜΙΜΗ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ


ΤΡΙΓΩΝΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

















           


Περίεργα τα πρόσωπα μια σύνθεση με χρώμα
συννεφιασμένες οι μορφές το καμουφλάζ τρελό
με φαντασία το κορμί το άλλο τους το σώμα
το σκίτσο παλαβό


τριγωνικές τους οι μορφές η τέχνη να ξεφεύγει
ζωγράφε που τρελάθηκες τι θέλεις να μας πεις
μας κούρασε η πινελιά κι σκέψη μας χορεύει
έλα και συ να δεις


τρίγωνο συ πως μπόρεσες να λες κάποια αλήθεια
χαρακτηριστικά περίεργα μορφή τριγωνική
μα το θεό μου έγινε με το καιρό συνήθεια
ετούτη η μορφή


κι ο θαυμαστής που θα σταθεί τον πίνακα θαυμάσει
θα ζαλιστεί για μια στιγμή δυο λόγια και θα πει
περίεργη εξέλιξη η τέχνη θα κεράσει
φιγούρα παλαβή


κι ο κυβισμός που χάραξε τη τέχνη με γωνίες
αντάξια κατανοεί τι θέλει να μας πει
κράτα λοιπόν σαν μυστικό τις όποιες θεωρίες
στο σκίτσο στο χαρτί

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Η ΑΡΒΥΛΑ




                                    

Μια μοναξιά σβηστή καρδιά κλαρίνο όπου παίζει
γράμμα μισό χαρτί σχιστό ατέλειωτο πονά
αδέσποτη βολή κακού το πιάτο στο τραπέζι
μονάχο καρτερά

το σήμερα σταμάτησε το αύριο μαυρίζει
φαντάρος που ξεχάστηκε αρβύλα μαρτυρά
η απουσία μάταιη το μάτι να δακρύζει
πατρίδα του τιμά

δόξα εσύ ολόλευκη η στράτα σου σε κείνον
δάφνης κλαδί κατέθεσε χωρίς να πεις μιλιά
να κάπου εκεί μονάχος του παρέα με το σκίνο
δυο μάτια ανοιχτά  

κάποιος ζωή εγέννησε κάποιος ζωή σκοτώνει
συναίσθημα περίεργο το έργο σταματά
και 'κει που παίζει μουσική εκεί κι αυτή τελειώνει
ο ήχος της βοά

ρυθμός με χρώμα πένθιμο βουβό και το βουνό του
κάποια φωνή που χάθηκε φαράγγι σιωπά
μια θλίψη σαν ακούστηκε στο σπίτι το δικό του
παράθυρα κλειστά

αγρίμι όπου πέρασε σταμάτησε για λίγο
ξαφνιάστηκε δεν πείραξε η σάρκα σεβαστή
δυο βήματα περίεργα μονάχα ένα γύρο
στη νύχτα μια κραυγή

και συ που σκότωσες να πεις σε φίλους την αλήθεια
το λάθος μου μετάνιωσα το πένθος μιας ψυχής
τυχαία εσημάδεψα και όχι από συνήθεια
μήπως και λυτρωθείς   

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ