Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Η ΓΥΜΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ



        
Σώμα γυμνό άσπρο κορμί αλάτι που ασπρίζει
μια θάλασσα ολόγυμνη ο κύκνος που πετά
το κάλλος μια αίσθηση στο θεατή χαρίζει
το θέαμα μεθά

κρυφή ματιά ξελόγιασες το βράχο κει στο βάθος
καλός ψαράς μετέφερε το μήνυμα κρυφά
μα το πουλί το διάβασε κι αυτό είν’ ένα λάθος
στα ψεύτικα γελά

αλήθεια συ το φόρεμα γιατί να το κρεμάσεις
ο έρωτας κερδίζεται με λόγια με καρδιά
είναι βαρύ για σένανε το βράχο αγκαλιάσεις
με στήθια σου γυμνά

είσαι παιδί ανώριμο κι ο νους σου περπατάει
σε δρόμους επικινδύνους μονάχη θα πνιγείς
το πέλαγος ποιο έμπειρους να μη χαθείς ζητάει
καλύτερα ντυθείς

γυμνή αλήθεια όμορφη μοντέλο που ποζάρει
τον καλλιτέχνη μπέρδεψε το μάρμαρο μιλά
μια έκφραση στο πρόσωπο ζητά μαντάτο πάρει
γι’ αυτό κι αγωνιά

μα η αλήθεια γράφτηκε στο μάρμαρο επάνω
γυναίκα συ μαρμάρωσες με λύπη η ματιά
συμπλήρωμα η μουσική κοντσέρτο για το πιάνο
τα κάλλη σου γυμνά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ  

Η ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

Auguste rodin

 

Γαλάζια μάτια όμορφα γαλήνη η ματιά της
μια θάλασσα απέραντη η σκέψη λευτεριά
η πονεμένη της ματιά ο νους της στα παιδιά της
στεγνή της η ματιά

το Μεσολόγγι έγραψε μια ιστορία πέρα
στα πέρατα που χάνεται εκεί κι ο λογισμός
ένα κομμάτι έδαφος μια νοτισμένη ξέρα
πολέμου ο χαμός

το πρόσωπο αμίλητο τα μάτια που δεν κλαίνε
μαντήλι που επέτρωσε κουράζει δεν μιλά
δυο σκέψεις που δεν φαίνονται καντήλια όπου καίνε
σε κόκαλα μουγκά

μη την ρωτάται δεν μιλά η σιωπή μιλάει
διαβάτη στάσου δυο λεπτά και μάντεψε το νου
κι αν θέλεις συ γονάτισε και ξέχνα αν πονάει
η στάση του κορμιού

κάνε το σέβας ιερό ελάχιστη θυσία
στεφάνι άυλο μπορείς να δείξεις σεβασμό
και τίμησε όσο μπορείς εκεί και η ουσία
αθάνατο ηρωισμό

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΒΑΡΑΣΟΒΑΣ

Auguste rodin  ( 1840 – 1917 )

                  


Σκληρό βουνό τι σκέφτεσαι που είν’ ο λογισμός σου
τη λίμνη ερωτεύτηκες κορμί της μου ποθείς
ο έρωτας σε μάτωσε σαν άκουσα σφυγμό σου
γιαυτό και δεν μιλείς


τα στιβαρά τα χέρια σου με προσοχή να σφίξουν
η λίμνη είναι άνθος σου δεν κάνει για φιλί
ο κίνδυνος καραδοκεί τα κόκαλα μη τρίξουν
και πνίξουν την αυγή


στάσου εκεί που έζησες η φύση έχει γνώση
είσαι ο φύλακας που ζει γεράκι που πετά
αντίζηλο το χέρι σου με μία θα σκοτώσει
αν κάνει ζαβολιά


ο έρωτας της λίμνης σου εικόνα μεταλλάσει
δεν έχει σάρκα και οστά ιδέα σε κερνά
κράτα το δώρο της αυτό κι σχέση δεν θα χάσει
γραφή πλατωνικά


τη σκέψη σου τη μάντεψε και τον καημό σου ξέρει
     έχει τον τρόπο στα κρυφά να στέλνει τα φιλιά
με κύματα το πόθο της κοντά σου θε να φέρει
σαν δώρο στα κρυφά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Φύσα θερμά Βαράσοβα...


Φύσα θερμά Βαράσοβα το άγαλμα ζαρώσει
μπροστά σου και το μάρμαρο σου γίνεται πανί
τιτάνια η δύναμη μπορεί να τσαλακώσει
ετούτο το κορμί


χωρίς καλέμι μάστορας το έργο σου βιτρίνα
αρχαίο κάλλος γίνεται η τέχνη σου πιστή
κι ο θαυμασμός σου διεθνής προάγγελος σειρήνα
στον κόσμο ακουστεί


μη μου θυμώνεις μάτια μου κράτα την αρμονία
ότι φυσάς με προσοχή σαν μάστορας εσύ
αναλογία τέλεια το τέλος συμφωνία
ανθρώπινη μορφή


το έργο σου αγέραστο κρατά τόσους αιώνες
το εργαστήρι έφτιαξε το τέλειο κορμί
λιθάρι είν’η σάρκα του τα κόκαλα κοτρώνες
μα δίχως κεφαλή


έλα και πες μας πως μπορείς ποιο είν’ το μυστικό σου
που σπούδασες το τέλειο ποια είν’ η συνταγή
εκστατικός ο θεατής μπροστά στο μαγικό σου
που χάνει τη φωνή


και που φυσάς με δύναμη σου δείχνει να πετάξει
φτερά που έφτιαξες εσύ γεράκι θα γενεί
την ευκαιρία προσπαθεί με κόπο για ν’ αρπάξει
να φθάσει κορυφή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΛΑΘΟΣ


Ζηλιάρα θάλασσα εσύ στο τέλος θα με πνίξεις
σκαρί μικρό εγώ παλεύω στ’ ανοιχτά
με μια ματιά που έριξες αλήθεια θα με ρίξεις
στα βράχια τα σκληρά

κρατάς τιμόνι και πανιά κρατάς και την πυξίδα
πλεούμενο στον άνεμο φυσάς καταστροφή
σημάδια στον ορίζοντα στο χάρτη μου τα είδα
και συ μια ταραχή

το στίγμα μου το λάθεψες δεν μέτρησες με σκέψη
νερόπουλο της θάλασσας η πρώτη μου φορά
μαΐστρος σαν εφύσηξε κατάλαβα θα βρέξει
το λάθος δεν μετρά

ζωγράφος που ζωγράφισε τη θάλασσα να κλαίει
την έκαμε περίεργη να φαίνεται τρελή
και το σκαρί ανάποδα στο βάθος του να πλέει
με μαύρο το πανί

μια φαλαρίδα πέταξε κυκλάκια στη γαλήνη
ψάρια πουλιά ετρόμαξαν αντάρα την αυγή
Βαράσοβα εβρόντηξε σινιάλο προς την λίμνη
ο κρότος σαν γραφή

μα το σκαρί δεν γύρισε σαν άλλαξε πορεία
το μήνυμα που έγραψε ίσως ποτέ βρεθεί
κι αν διαβαστεί στη μοναξιά δεν θα 'χει σημασία
αφού θάχει χαθεί

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ



Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ



Άγαλμα στέκει το παλιό κάτι να μας θυμίζει
παράξενο το σήμερα τα πάντα παλαβά
ο νους μου στέκει στα παλιά εμέ να βασανίζει
εικόνα που μεθά

το σήμερα παράξενο τρέχει χωρίς ουσία
μετράς το χρόνο παλαβά δεν βρίσκεις νοστιμιά
μέχρι να γεννηθείς εσύ είσαι σχεδόν Κυρία
αχ χρόνια μας παλιά

αλάνες μόνο στα χαρτιά παιχνίδι φαντασία
ένα computer στα χαζά ο χρόνος στο μηδέν
συναίσθημα εχάθηκε σκέψη δίχως ουσία
και συ πάντα στο δεν

δεν έχεις φίλους που πονούν δεν έχεις μια πορεία
δεν βρίσκεις την πανσέληνο ρομάντζα στα κρυφά
ζητάς τα χρόνια τα παλιά και συ μια αδικία
δυο βήματα τυφλά

ακούς μουγκά δεν απαντάς τ’ αυτιά σου καλυμμένα
στα χέρια σου μια μουσική ακούς εσύ ηλεκτρικά  
γράφεις με πλήκτρα τη γραφή τα γράμματα χαμένα
πληρώνεις ακριβά

σπίτια ψηλά δίχως μιλιά ο ουρανός κεραία
χωρίς σκαλιά με ασανσέρ ταράτσες δίχως ρούχα
μπαλκόνι που ορφάνεψε σαν έχασε σημαία
υπόγειο με μούχλα

δύο φωτάκια συναντάς άλλος σε διατάζει
περνάς το δρόμο στα τυφλά εκεί ο τροχονόμος
τόσο το πλήθος σου μπροστά και συ να κάνεις χάζι
μα είναι νόμος

κι αν παραβείς το νόμο συ πληρώνεις τη βλακεία
σαν έκαμες παράβαση τα πάντα με σειρά
το σύγχρονο εξέλιξη μα δίχως μια ουσία
καλύτερα παλιά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
 











Κυριακή 10 Μαΐου 2015

ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ



                         

                
Ομοίωμα ανθρώπινο με άχυρα φτιαγμένο
φιγούρα ψεύτικη θαρρώ μονάχο σε αγρό
το κάρφωσαν ακίνητο και μοιάζει σταυρωμένο
να διώχνει το κακό


καπέλο από ύφασμα σακάκι το βελούδο
μακρύ μαλλί το άχυρο μια πόζα γελαστή
μα στην ουσία ψεύτικο ακίνητο και ντούρο
κορμί στην εξοχή


στέκει μονάχο δεν μιλά μα νιώθει τον αέρα
χαρίζει χάδια ψεύτικα σε όλα τα πουλιά
παίζει παιχνίδια το πρωί κουρνιάζει την εσπέρα
σε κάμπου αγκαλιά


είναι δραγάτης ψεύτικος να διώχνει τα κοτσύφια
μα κάνει όμως ζαβολιές γελά και στα πουλιά
κι αν χρειαστεί καμιά φορά χαρίζει και βοήθεια
δεν κάνει για δουλειά


σκιάχτρο εσύ με όνομα ταυτότητα ψηφίζεις
το κόμμα σου αγροτικό διαβάζεις εποχές
σπέρνεις ποτίζεις φυλλωσιές κι αν λάχει και θερίζεις
το χρόνο τρείς φορές


με όνομα σε βάφτισα επίθετο ΄΄τρομάρα ΄΄
τρομάζεις ζώα και πουλιά τα βράδια μοναξιές
μα η αξία σου θα πει μονάχα μια δεκάρα
κι ας έχεις ομορφιές


η φορεσιά σου σχίστηκε τα ρούχα σου κονταίνουν
το μπόι σου μεγάλωσε ζητάς μια αλλαγή
μα δυστυχώς τα ψεύτικα κι αυτά καλέ πεθαίνουν
αλλάζουνε μορφή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ