Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

ΤΟ ΚΑΤΩΙ



clip_image002[3]

                   
Πόρτα κλειστή δυό δρασκελιές δυο σκαλιά μονάχα
σκουριά στο πόμολο κρατά κλειστή από καιρό
φυλά καλά τα μυστικά στα χρόνια της μα τάχα
κρυφό το μυστικό

να την ανοίξω σκέφτομαι εικόνες πονεμένες
θαμμένα λόγια που πονούν αδιάβαστα γραπτά
μούχλα σκοτάδι μυρουδιές ημέρες ξεχασμένες
αράχνες σκοτεινιά

στέκω μπροστά εκστατικός φεγγάρια θολωμένα
σπίτι παλιό μα γνώριμο στεφάνι μου ξερό
λόγια που έμειναν γνωστά μες στο μυαλό χωμένα
αντίο στο καλό

μα τα παιχνίδια της ζωής δεν έχουν ούτε τέλος
επιστροφή στο πουθενά ξανά απ’ την αρχή
δόλια καρδιά ματώθηκες με νοσταλγίας βέλος
και τώρα μια πληγή

στο χέρι έχω το κλειδί να ξεκλειδώσω θέλω
χτύποι καρδιάς θολώνουνε αντίστροφα μετρούν
θα το πληρώσω ακριβά το άνοιγμα το ξέρω
εικόνες που πονούν

η νοσταλγία μ’έφερε θυσία το κορμί μου
ένα κατώι ο βωμός σωστός και ο χρησμός
ένα ταξίδι πλήρωσε με πόνο η ψυχή μου
σκληρός ο ερχομός

σοκάκι ακατοίκητο κατώι ξεχασμένο
μια σιωπή εσφράγισε τα χρόνια με δεσμά
ρεύμα κλειστό εσκούριασες ρολόι χαλασμένο
παράθυρα κλειστά

δεν ξεκλειδώνω έφυγα μια κελεμπία λήθη
οι αντοχές μου δείλιασαν σαν στάθηκα εμπρός
τον εαυτόν μου βάφτισα αιώνιο κουτορνίθι
και γω ένας δειλός

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ο ΣΠΙΝΟΣ



Του σπίνου τώρα η λαλιά μια φωνή λαλήσει
καινούριο το φτερούγισμα τον έρωτα ζητά
μια φλόγα όπου άναψε νέα φωλιά φωτίσει
την άνοιξη μεθά

σπίνε μικρέ που κελαηδάς σ’ένα κλαδί μονάχος
η μουσική σου όνειρο γοργόφτερο πτηνό
μέσα στον κάμπο θέλησες να είσαι μονομάχος
το σκέρτσο ακριβό

ο μονομάχος μάθε το κερδίζει ή και χάνει
γι’αυτό καλέ για πρόσεξε οι νότες σου γλυκές
μες στο μποστάνι που γυρνάς αντίπαλός σου φτάνει
στο τέλος να μη κλαις

είσαι ωραίος μάθε το – το μάτι σου μιλάει
μες στην αρένα της ζωής θα κλάψεις θα χαρείς
η εποχή δεν σταματά συνέχεια κυλάει
τα χρώματα φορείς

σπίνε μικρέ η νύφη σου βλαστάρι που ανθίζει
στη φαντασία σου γλυκιά οι νότες σου κοφτές
λόγια του κάμπου τρυφερά δυο βήματα χωρίζει
του γάμου αγκαλιές

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
 

              



Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ




                   


Δύο ζωές παράλληλες δυο αντιθέσεις σάρκας
χωρίς μιλιά μια σκιά αντίλογος κενός
μια συντροφιά απέμεινε σε τούτη δω τη τσάρκα
χορός είναι συρτός


τα γηρατειά ανήμπορα η ανηφόρα ζόρι
ο ίσκιος έχει μια μορφή ανθρώπου παλαβή
πότε πλαταίνει στο λεπτό το μαύρο πανωφόρι
και πότε δεν φορεί


γύρνα να δεις τον ίσκιος σου πιστή η συντροφιά σου
χωρίς φτερά το πέταγμα κάθε φορά κοντά
αντίλαλος ανάσα σου σκιά στη μοναξιά σου
σχεδόν μια αγκαλιά


όσες φορές προσπάθησες το χέρι της να πιάσεις
πάντα πιο πέρα πήγαινε δεν ήθελε φιλιά
μια κίνηση που έλεγε τον έρωτα ξεχάσεις
είμαι καλέ γριά


μα η ζωή σαν γέρασε σε τοίχο την διαβάζεις
ίσκιος δικός σου γίνεται μια σκέψη που πονά
τα δυνατά σου βάλε τα την ανηφόρα βγάζεις
αγάντα στα στερνά


κύκλος ετούτος της ζωής το λέει και το σχήμα
μία καμπούρα στο κορμί παράξενη σκιά
σκιάχτρο στον τοίχο θα φανεί στο κάθε της το βήμα
σκιά όπου μιλά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΑ ΠΙΣΩ




        
Έρημος δρόμος μοναξιά μια φτώχια που βαραίνει
διαβάτες τοίχοι αδειανοί παράθυρα κλειστά
πλακόστρωτο με νόημα δεν ξέρεις που πηγαίνει
μια βόλτα στα παλιά


με συντροφιά τη σκέψη σου και οδηγό τις μνήμες
γυρίζεις πίσω στα παλιά το δάκρυ σου βαρύ
χωρίς ζωή και γέρικες ετούτες οι βιτρίνες
σοκάκι μου εσύ


ανατριχίλας βάδισμα ακράτητο μεθύσι
στη μοναξιά το κέρασμα στοιχίζει ακριβά
τοπίο που νοστάλγησες ο πίνακας μια φύση
καρδιά σου πως χτυπά


θέλεις δεν θέλεις να περνάς θέλεις γυρίσεις πίσω
μα διάλεξες τον ερχομό δική σου η μορφή
και μη μου λες ψιθυριστά καλύτερα να βρίσω
γι’ αυτή την εκλογή


πληρώνεις φίλε τη ζωή πληρώνεις κάθε μέρα
πότε χαρά πότε ζημιά χτυπάει η καρδιά
είσαι σκιά στη μοναξιά με φόβο την εσπέρα
δυο βήματα τυφλά


στην ερημιά σου πρόσεχε ο φίλος εαυτός σου
αέρας η ανάσα σου βοήθεια πουθενά
σωστή τη σκέψη κάμε την αν θες για το καλό σου
οπλίσου συνετά


και το στενό που περπατάς αθώο μονοπάτι
έχει πολλά για να σου πει θυμίζοντας παλιά
μπορεί να μοιάσει άσχημο χωρίς σομιέ κρεβάτι
και να πληρώσεις ακριβά


μα θα μου πεις μια πληρωμή αξίζει όσα – όσα
μια βόλτα πίσω στα παλιά ο νους σου σε μεθά
η βόλτα τούτη σ’έκανε να χάσεις χίλια γράσα
χαλάλι τα χρυσά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

ΤΑ ΔΥΟ ΣΟΥ ΧΕΡΙΑ




              

Τα δυο σου χέρια γέρασαν φλέβες και ζάρες τώρα
σκέψεις και ώρες εργατιάς μια κούραση μιλεί
να τα φιλήσω προσπαθώ εδώ και τόση ώρα
με σέβας το φιλί

γέρος γριά ίδια μορφή φεγγάρια στομωμένα
αν τα ρωτήσεις θα σου πουν με γράμματα σοφά
ανύπαρκτα τα κείμενα και όμως είν’ γραμμένα
σ’ αγράμματα μυαλά

ώρες πικρές ώρες γλυκές καντήλια αναμμένα
σε εξωκκλήσια του βουνού ελπίδες που ζητούν
δυο ζάρες εμαρτύρησαν τα βάσανα κρυμμένα
τα χρόνια μαρτυρούν

ζέστη και κρύο σε βουνά σε κάμπους σε χωράφια
μια προσευχή δίχως μιλιά ο κάματος βαρύς
η μοίρα γράφει δυστυχώς μια θέση εις το ράφια
εκεί θε να τα βρεις

χέρια σε γέρικα κορμιά ευλαβικά χαιρέτα
ανήμπορα καμιά φορά ζητάνε ζεστασιά
αν θέλεις στάσου δυο λεπτά μ’ αγάπη χάιδευε τα
η πράξη σου μετρά

όμως τα χέρια δεν μιλούν με ήχο με κουβέντα
μιλάνε όμως με καημούς σαν είναι σταυρωτά  
χρυσή κλωστή στα γηρατειά βραβεία συ για κέντα
παράσημα χρυσά

κι αν έχουν ζάρες που μιλούν και φλέβες φουσκωμένες
κι αν έχουν και μια δύναμη που φαίνεται μικρή
στέκουν σε θέσεις που τιμούν καθόλου ξεχασμένες
δυο φάροι ζωντανοί   

και κει που είναι τώρα αυτά μπορεί και συ να φθάσεις
και να ζητάς ότι ζητούν χωρίς να’ χεις μιλιά
σκέψου το σήμερα αν θες για αυτό μη προσπεράσεις
ποτέ τα γηρατειά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

ΚΑΝΤΑΔΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ



Ρηχά νερά μια σιγαλιά κιθάρα μες στη νύχτα
μία γαϊτα βούλιαξε με νότες ομορφιάς
και συ που μόνος περπατάς τα βάσανά σου ρίχτα
να μη τα κουβαλάς

πουλιά της λίμνης πέταξαν αλλόκοτα χορεύουν
λόγια γλυκά που γλύκαναν τη γεύση τ ‘αλατιού
καντάδα γλώσσα της καρδιάς αισθήματα μπερδεύουν
σε σκέψεις του μυαλού

νότες γραφής θαλασσινές με βούρκο τυλιγμένες
μια μουσική απλώθηκε αρχόντισσα κυρά
άσπρες κουκίδες αλατιού σε σάλτσινο γραμμένες
διαβάζουν μυστικά

σιγούν κανόνια ντουφεκιές τα δάκρυα γελάνε
στη λίμνη παρατράγουδα ξαφνιάζουν δεν ρωτούν
δυο σύννεφα περάσανε αλήθεια για πού πάνε
ποτέ δεν θα σου πουν

ίσκιος τη νύχτα χάθηκε ο ήχος παίρνει φόρα
σκαμπανεβάσματα φωνής ταξίδι μες στο νου
καντάδα που ηρέμησες δεν είσαι παρά μπόρα
εικόνα του μυαλού

τραγούδι που ταξίδεψε σε τούτη δω τη λίμνη
προσκυνητής μες στο νερό σε πόλη ιερή
κατάθεση παραδοχής ανδρειωμένων μνήμη
καντάδα μου φτωχή

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
















ΑΡΜΥΡΟ ΣΤΕΦΑΝΙ


Χρυσό στεφάνι στα μαλλιά ο ήλιος το χρυσίζει
κόρη εσύ το χάδι σου πανάκριβο πιοτό
πεντάμορφη ζωή εσύ
αλήθεια που το δίνεις
το δώρο σου αυτό.

Καμιά φορά αλόγιστα καμώματα μου κάνεις
το μετανιώνεις στη στιγμή αέρας στα πανιά
λουλούδι συ της ομορφιάς
αράχνη σου με πιάνει
κοντά σου μαρτυρώ.

Αγάπη επλημμύρησε η θάλασσα κι ο μόλος
και ο γιαλός εδρόσισε κατώφλι του σπιτιού
εκεί εσύ εδιάλεξες
σωστό αραξοβόλι
σε άβαθο νερό.

Λόγια νερού θαλασσινά με ήρεμο το κύμα
μαΐστρος είν’τα λόγια σου τα χάδια σου φιλιά
σαν του ψαριού το λέπι σου
αστράφτεις μες στο κύμα
λευκά έχεις πανιά

Τα μάτια σου ολόλαμπρα φεγγάρια μες στη νύχτα
με χρώμα απ’ τα κύματα γαλάζια η ματιά
γυαλάδα τόση ομορφιά τα βάσανα σου πνίχτα
στην ήρεμη μπασιά

Κι ο νους μου καλοτάξιδος επάνω στ’ ακρογιάλι
φτερό του γλάρου που πετά
ταξίδι στο γιαλό
μια σκέψη τώρα που βουτά με πνίγει
με σκοτώνει σε χρόνια μου
παλιά

Και συ γαϊτα που κοιτάς βουβή αφέντρα μένεις
τα όνειρα θαλασσινά
ρομάντζες μια φορά
αν με ρωτάς σου απαντώ αυτό που τώρα θέλεις
δυο χάδια στα ρηχά

ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ